Αυτόπτης μάρτυρας των τραγικών γεγονότων της 11ης Αυγούστου 1996 και της δολοφονίας του Τάσου Ισαάκ ήταν ο Πρόεδρος του ΕΟΑ Αμμοχώστου, Γιάννης Καρούσος, ο οποίος περιγράφει όσα έζησε ο ίδιος εκείνη τη δραματική ημέρα.
Αυτούσια η ανάρτηση του
Η μέρα που σημάδεψε τη ζωή μου
Υπάρχουν κάποιες μέρες που δεν περνούν ποτέ. Μπορεί να περάσουν δέκα, είκοσι, τριάντα χρόνια, αλλά όταν κλείσεις τα μάτια επιστρέφουν ολοζώντανες.
Για μένα, μια τέτοια μέρα ήταν η 11η Αυγούστου 1996.
Ήμασταν παιδιά τότε. Μαθητές, 16 χρονών. Το αίμα μας έβραζε.
Φοιτούσαμε στο Γυμνάσιο και το Λύκειο Παραλιμνίου και είχαμε καθημερινά μπροστά στα μάτια μας την κατεχόμενη Αμμόχωστο. Μια ολόκληρη πόλη, τόσο κοντά μας και ταυτόχρονα τόσο μακριά.
Και στο νεανικό μας μυαλό υπήρχε ένα πολύ απλό ερώτημα:
«Αφού είναι δική μας, γιατί δεν μας τη δίνουν πίσω;»
Ήταν μια διαφορετική εποχή. Ο πατριωτισμός της νεολαίας βρισκόταν στα ύψη. Με κάθε αφορμή ξεσηκωνόμασταν. Παίρναμε τις ελληνικές σημαίες, κάναμε πορείες προς το οδόφραγμα της Δερύνειας, μπαίναμε στη νεκρή ζώνη, φτάναμε κοντά στα τουρκικά φυλάκια.
Η κατοχή για εμάς δεν ήταν Ιστορία. Ήταν μπροστά στα μάτια μας.
Το καλοκαίρι του 1996 παρακολουθούσαμε την πορεία των μοτοσικλετιστών που είχε ξεκινήσει από την Ευρώπη. Μια πρωτοβουλία απλών ανθρώπων που μεγάλωνε από χώρα σε χώρα.
Το μήνυμα ήταν απλό: πάμε στην Κερύνεια. Και όταν οι Τούρκοι μάς σταματήσουν, ο κόσμος θα δει ότι δεν μπορούμε να πάμε ελεύθερα μέσα στην ίδια μας την πατρίδα.
Όταν η πορεία έφτασε στην Κύπρο, οι συμμετέχοντες ήταν πλέον χιλιάδες. Την τελευταία μέρα, μετά από σύσκεψη στο Προεδρικό, ανακοινώθηκε η ακύρωση της.
Θυμάμαι ακόμη την αγανάκτηση και τον θυμό όλων μας.
Εκείνη την ώρα έκανα εκπομπή στο Ράδιο Νάπα. Άκουσα ότι μοτοσικλετιστές κατευθύνονταν προς τη Δερύνεια.
Το ανακοίνωσα στον αέρα:
«Κλείνω την εκπομπή. Πάω στην πορεία.» Πήρα τηλέφωνο φίλους.
«Εγώ θα πάω. Θα έρθετε;»
Ο φίλος μου ο Γιώργος Τεουλίδης απάντησε αμέσως:«Έρχομαι. Πιάσ’ τη μοτόρα και πάμε.»
Και πήγαμε.
Φτάσαμε στο οδόφραγμα της Δερύνειας. Περάσαμε από την Αστυνομία, μετά από τα Ηνωμένα Έθνη και προχωρήσαμε μπροστά.
Είχα μια ελληνική σημαία δεμένη στην πλάτη μου.
Θυμάμαι τις πέτρες από τη δική μας πλευρά. Τις πλαστικές σφαίρες από απέναντι. Τους Γκρίζους Λύκους με τις σφεντόνες, τους Τούρκους στρατιώτες, τα συνθήματα, την ένταση.
Η αδρεναλίνη στα ύψη .Ήμασταν παιδιά. Νομίζαμε ότι κανένας δεν μπορούσε να μας κάνει τίποτα. Δεν φοβόμασταν.
Κάποια στιγμή ο Γιώργος με χτυπά στην πλάτη.
«Ρε, δες. Έρχεται ο πατέρας σου.»
Δεν γύρισα.
Με ξαναχτυπά.
«Ρε, εν ο Καρούσος!»
Γυρίζω και βλέπω τον πατέρα μου να έρχεται προς το μέρος μου.
Δεν ήξερα τι είχε προηγηθεί.
Ο πατέρας μου είχε δει στην τηλεόραση τη δολοφονία ενός νέου. Ήξερε ότι βρισκόμουν εκεί και, μέσα στη σύγχυση, πίστεψε ότι μπορεί να ήμουν εγώ.
Δεν υπήρχαν κινητά για να επικοινωνήσει μαζί μου.
Η μητέρα μου, η θεία μου και άλλοι συγγενείς πήγαν στο νοσοκομείο για να μάθουν τι είχε συμβεί. Ο πατέρας μου, μαζί με έναν φίλο του, ήρθε στο οδόφραγμα για να με βρει.
Μολις ηρθε κοντά μου είπε:
«Τελείωνε. Φύγαμε.»
Του απάντησα:
«Όχι. Θα μείνω μέχρι να τελειώσουμε. Μέχρι να πούμε τον Εθνικό Ύμνο.»
Προσπάθησε να με πείσει να φύγω. Δεν τα κατάφερε.
Και τελικά έμεινε μαζί μου.
Όταν μείναμε πια λίγοι, τραγουδήσαμε μαζί τον Εθνικό Ύμνο, μαζι μας και ο πατέρας μου, και επιστρέψαμε.
Ο νέος που είχε δει στην τηλεόραση ήταν ο Τάσος Ισαάκ, ο γαμπρός ενός πολύ καλού του φίλου.
Θυμάμαι τον πατέρα μου να βλέπει ενα ανώτερο αστυνόμο και να του φωνάζει :«Σκότωσαν τα παιδιά μας!»
Αυτος του απάντησε:
«Ο γιος σου εν δαμέ. Γιατί φωνάζεις;»
Ο πατέρας μου του απάντησε:
«Σκότωσαν άλλου το παιδί. Το ίδιο είναι.»
Ήταν η μοναδική φορά στη ζωή μου που είδα τον πατέρα μου να κλαίει.
Τότε, στα 16 μου, δεν μπορούσα να καταλάβω πλήρως τι είχε περάσει εκείνες τις ώρες.
Σήμερα, ως πατέρας κι εγώ, το καταλαβαίνω.
Μετά κατάλαβα, Ο πατέρας μου με το που ήρθε στο οδόφραγμα πριν να έρθει σε μένα πήγε στο σημείο που ήταν ο τραυματίας για να δει εαν ήμουν εγώ. Κατάλαβε ότι δεν ήμουν εγω αλλά αναγνώρισε τον Τάσο
Εκείνη η ημέρα επηρέασε μια ολόκληρη γενιά. Μαζί με άλλους φίλους αποφασίσαμε ότι θα πηγαίναμε Καταδρομείς. Πιστεύαμε ότι αυτό ήταν το χρέος μας.
Η 79Β έγινε μία από τις μεγαλύτερες σειρές σε αριθμό Καταδρομέων και δεν πιστεύω ότι ήταν τυχαίο.
Υπάρχει όμως κάτι που θεωρώ πολύ σημαντικό να θυμόμαστε για τον Τάσο Ισαάκ.
Ο Τάσος δεν πρέπει να μείνει στη μνήμη μας μόνο για τον τρόπο που δολοφονήθηκε.
Για μένα είναι ένας σύγχρονος ήρωας και μάρτυρας.
Εκείνη την ημέρα είδε έναν άλλο διαδηλωτή απομονωμένο να δέχεται επίθεση και επέστρεψε για να τον βοηθήσει.
Μπορούσε να φύγει.
Δεν έφυγε.
Επέστρεψε για να βοηθήσει έναν άλλο άνθρωπο.
Και τελικά δολοφονήθηκε ο ίδιος.
Αυτό λέει πολλά για το ποιος ήταν.
Σε μια εποχή όπου πολλές φορές είναι πιο εύκολο να κοιτάξουμε αλλού και να πούμε «δεν είναι δική μου υπόθεση», αξίζει να θυμόμαστε έναν άνθρωπο που έκανε ακριβώς το αντίθετο.
Δεν κοίταξε αλλού. Γύρισε πίσω.
Λίγες ημέρες αργότερα δολοφονήθηκε και ο Σολωμός Σολωμού.
Τα χρόνια πέρασαν. Οι μεγάλες μαθητικές διαμαρτυρίες και οι αυθόρμητες κινητοποιήσεις της νεολαίας σταδιακά ατόνησαν.
Γι’ αυτό θεωρώ ιδιαίτερα σημαντικό αυτό που έχει καταφέρει η Πρωτοβουλία Μνήμης Ισαάκ – Σολωμού.
Βλέποντας σήμερα νέους ανθρώπους, που δεν είχαν καν γεννηθεί τότε, να συμμετέχουν, καταλαβαίνω ότι η μνήμη δεν χάθηκε.
Υπάρχουν ακόμη νέοι που θυμούνται. Που αγαπούν την πατρίδα τους. Που δεν θεωρούν την κατοχή κανονικότητα.
Τριάντα χρόνια μετά, έχω ακόμη στο σπίτι μου την ελληνική σημαία που είχα δεμένη στην πλάτη μου εκείνη την ημέρα.
Πριν από κάποια χρόνια την έδειξα στα παιδιά μου και τους είπα την ιστορία της.
Τους μίλησα για την Αμμόχωστο και τη Δερύνεια. Για εκείνη την ημέρα. Για τον παππού τους. Για τον Τάσο Ισαάκ και τον Σολωμό Σολωμού.
Και συνειδητοποίησα ότι δεν τους έδειχνα απλώς μια παλιά σημαία.
Τους παρέδιδα μια μνήμη.
Αυτό είναι για μένα το «Δεν Ξεχνώ».
Να περνά η μνήμη από γενιά σε γενιά.
Για να μη συνηθίσουμε την κατοχή.
Για να μη θεωρήσουμε φυσιολογικό το συρματόπλεγμα.
Για να μη μεγαλώσουν τα παιδιά μας θεωρώντας την Αμμόχωστο και την Κερύνεια ξένους τόπους.
Και για να συνεχίσουν να κάνουν την ίδια απλή ερώτηση που κάναμε κι εμείς παιδιά:
«Αφού είναι δική μας, γιατί δεν μας τη δίνουν πίσω;»
Τάσος Ισαάκ.
Σολωμός Σολωμού.
30 χρόνια μετά, θυμάμαι.
30 χρόνια μετά, δεν ξεχνώ.
