Η άγνωστη ιστορία γύρω από την ονομασία της Coca Cola

Ο φαρμακοποιός και ο αφρικανικός καρπός που έδωσε το όνομά του στο αναγνωρίσιμο αναψυκτικό

Αποτελεί ίσως το πιο αναγνωρίσιμο προϊόν στον κόσμο και έχει το όνομά της έχει συνδεθεί με θετικές ή και αρνητικές έννοιες, αναλόγως πώς ο καθένας αξιολογεί την επιχειρηματικότητα και το κέρδος στη λεγόμενη καπιταλιστική οικονομία. Προέρχεται από τις ΗΠΑ – και αυτό έχει συντελέσει στη θετική φήμη της αλλά και στο να της αποδοθεί μία χροιά ιμπεριαλιστικής ορμής – καθώς για κάποιους η άκρως επιτυχημένη παρουσία της στο διεθνές μάρκετινγκ, είναι ό,τι το κόκκινο χρώμα για τον ταύρο.

Φυσικά πρόκειται για την Coca Cola, το αναψυκτικό που βρίσκεται εδώ και δεκαετίες σε ράφια καταστημάτων, τραπέζια καταναλωτών και κυριαρχεί στις διαφημιστικές καμπάνιες. Ωστόσο η ιστορία του διάσημου ποτού, καθώς και τα συστατικά του, δεν είναι εξίσου γνωστά με αυτό.

Η ιστορία της Coca Cola ξεκίνησε το 1886, όταν ο φαρμακοποιός Τζον Πέμπερτον, προσπάθησε να φτιάξει ένα σκεύασμα για την καταπολέμηση του πονοκεφάλου και την τόνωση του οργανισμού. Έτσι, δοκιμάζοντας διάφορους συνδυασμούς, κατέληξε σε ένα σιρόπι με χρώμα καραμέλας. Σίγουρος για την επιτυχία της συνταγής του, ο φαρμακοποιός επέδειξε το δημιούργημά του σε έναν συνάδελφό του. Οι δυο τους πρόσθεσαν ανθρακούχο νερό στο σιρόπι και άρχισαν να το πουλάνε για 5 σεντς το ποτήρι.

Ο κόσμος, αν και στην αρχή βρήκε τη γεύση του σιροπιού παράξενη, άρχισε να το αγοράζει και στο τέλος της χρονιάς ο Πέμπερτον είχε πουλήσει συνολικά 25 γαλόνια σιροπιού. Σύντομα, το σιρόπι απέκτησε όνομα, το γνωστό μέχρι και σήμερα «Coca Cola»,  χάρη στον λογιστή του φαρμακοποιού, που χρησιμοποίησε το γράμμα «C» από την κοκαΐνη, που ήταν αρχικά ένα από τα βασικά συστατικά του σιροπιού. Αργότερα, βέβαια, η κοκαΐνη αφαιρέθηκε από τα συστατικά και τετραπλασιάστηκε η καφεΐνη. Ένας λογιστής έγραψε τη φίρμα με το χέρι, χρησιμοποιώντας τον δικό του γραφικό χαρακτήρα και δημιούργησε το λογότυπο. Ο δημιουργός του σιροπιού δεν μπορούσε να διαχειριστεί την εμπορική προώθηση, όπως ο επιχειρηματίας που αγόρασε την «Coca Cola». Τρία χρόνια μετά πούλησε τα δικαιώματα της εταιρείας του στον επιχειρηματία Άιζα Κάντλερ. Εκείνος ίδρυσε την «Coca Cola Company» και εργάστηκε για την προώθηση του προϊόντος. Οι προσπάθειές του επικεντρώθηκαν να γίνει οικείο το λογότυπο στους καταναλωτές. Έτσι, διένειμε παντού διάφορα αντικείμενα με το σήμα κατατεθέν του αναψυκτικού, από ρολόγια, ημερολόγια, αφίσες μέχρι και φαρμακευτικές ζυγαριές.

Μπορεί κάποιος να έχει ακούσει ότι η Coca Cola κάποτε περιείχε ένα συστατικό ικανό να «πυροδοτήσει» έναν ξεχωριστό εθισμό στους καταναλωτές: την κοκαΐνη. Η λέξη «κόκα» στο όνομα αναφερόταν στα εκχυλίσματα από τα φύλλα κόκας που ο χημικός Τζον Πέμπερτον, ανακάτεψε με σιρόπι ζάχαρης.

Εκείνη την εποχή, στο τέλος του 19ου αιώνα, τα εκχυλίσματα κόκας ανακατεμένα με κρασί ήταν ένα διαδεδομένο τονωτικό και το γλυκό χαρμάνι που έφτιαξε ο Πέμπερτον ήταν ένας τρόπος να προσπεράσει τους τοπικούς νόμους που απαγόρευαν την πώληση αλκοόλ. Αλλά το άλλο μισό του ονόματος εκπροσωπεί ένα άλλο συστατικό, λιγότερο γνωστό ίσως, αλλά εξίσου αλλόκοτα ισχυρό: τον καρπό κόλα.

Ο λοβός του καρπού κόλα, αν κάποιος δεν είχε την ευχαρίστηση να δει έναν από κοντά, έχει μήκος περίπου 5 εκατοστά και είναι πράσινος. Μέσα στο κέλυφος υπάρχουν σβώλοι από χυμώδη σάρκα όπως έχει και το κάστανο, αλλά κοκκινωπή ή λευκή στο χρώμα. Στη Δυτική Αφρική, το φυσικό περιβάλλον του ντόπιου καρπού κόλα, οι άνθρωποι από παλιά τον μασούσαν ως τονωτικό. Αυτό συνέβαινε γιατί ο καρπός περιέχει καφεΐνη και θεοβρομίνη, ουσίες που υπάρχουν φυσικά και στο τσάι, τον καφέ και τη σοκολάτα. Επίσης περιέχει ζάχαρη και κολανίνη που φημολογείται ότι είναι τονωτικές για την καρδιά.

Η καλλιέργεια της κόλα στη Δυτική Αφρική έχει ιστορία εκατοντάδων χρόνων. Ο ιστορικός Paul Lovejoy ισχυρίζεται ότι για πολλά χρόνια τα φυλλώδη δέντρα που απλώνονται με ευκολία τα φύτευαν σε τάφους και τα χρησιμοποιούσαν σε τελετές εισόδου στην εφηβεία. Αν και οι καρποί, που πρέπει να διατηρούνται υγροί, είναι αρκετά ευαίσθητοι στη μεταφορά τους, οι έμποροι τα κουβαλούσαν για εκατοντάδες μίλια μέσα στα δάση και την αφρικανική σαβάνα. Η αξία τους φαίνεται από τον τρόπο που τους χρησιμοποιούσαν: το 1581, ο ηγέτης της Αυτοκρατορίας Songhai στη δυτική Sahel (την κλιματική και βιογεωγραφική ζώνη που διαχωρίζει τη Σαχάρα από τη σουδανική σαβάνα στο κέντρο της Αφρικής) έστειλε στο Τιμπουκτού, με αφορμή την κατασκευή ενός τζαμιού, ένα πολυτελές δώρο από χρυσό, θαλάσσια κοχύλια και καρπούς κόλα.

Οι Ευρωπαίοι δεν γνώριζαν τίποτα για τον καρπό μέχρι περίπου το 1500 μΧ, όταν πορτογαλικά πλοία έφτασαν στην ακτή που σήμερα είναι η Σιέρρα Λεόνε, συνεχίζει ο ιστορικός. Και ενώ οι Πορτογάλοι συμμετείχαν στο εμπόριο, μεταφέροντας τους καρπούς κατά μήκος της αφρικανικής ακτής μαζί με άλλα αγαθά, μέχρι το 1620, οπότε ο Άγγλος εξερευνητής Richard Jobson κατάφερε να φτάσει στην Γκάμπια, η κόλα ήταν ακόμη κάτι περίεργο στα μάτια του.

«Όταν βρισκόμασταν στο υψηλότερο μέρος του ποταμού, οι άνθρωποι μας έφερναν τους καρπούς σε αφθονία, κάτι που μας προκάλεσε απορία, αλλά εμείς δεν τους εκτιμήσαμε ούτε ενδιαφερθήκαμε να αγοράσουμε» έγραψε ο εξερευνητής. Ο Jobson δεν κατάφερε να επιστρέψει στην Αγγλία και να μεταφέρει καρπούς κόλα στον βασιλιά του, καθώς γέρασε εκεί ή έγινε τροφή για αφρικανικά σκουλήκια.

Φυσικά, αυτή η άγνοια δεν κράτησε πολύ. Μέχρι το τέλος του 19ου αιώνα, τόνοι καρποί κόλα αποστέλλονταν με καράβια στην Ευρώπη και τις ΗΠΑ. Σε πολλές περιπτώσεις χρησιμοποιούνταν σαν φάρμακα για τόνωση και προορίζονταν να γίνουν ένα είδος ενεργειακού ποτού. «Περιέχουν τον συνδυασμό ενεργών ουσιών του καρπού κόλα και των φύλλων κόκας» διατυμπάνιζαν οι ετικέτες τους. «Μετριάζουν την πείνα και επιμηκύνουν την αντοχή». Οι χρήστες έπρεπε να παίρνουν ένα την ώρα «όταν υποβάλλονταν σε διαρκή πνευματική καταπόνηση ή σωματική κόπωση».

Ένα εξαιρετικά δημοφιλές φαρμακευτικό ποτό της εποχής ήταν το Vin Mariani, γαλλικό προϊόν που περιείχε εκχύλισμα κόκας αναμεμειγμένο με κόκκινο κρασί. Το είχε παρασκευάσει ένας Γάλλος χημικός, ο Άντζελο Μαριάνι, το 1863, και ο Πάπας Λέων 0 13ος ήταν πιστός οπαδός του. Μάλιστα εμφανιζόταν και σε αφίσες του Vin Mariani. Η Βασίλισσα Βικτώρια, ο εφευρέτης Τόμας Έντισον και ο συγγραφέας του «Σέρλοκ Χολμς» Άρθουρ Κόναν Ντόυλ λέγεται ότι επίσης ήταν θαυμαστές του παρασκευάσματος. Αλλά αυτό ήταν ένα ακόμη τονωτικό ποτό ανάμεσα σε πολλά άλλα, σε μία εποχή που ανάλογα «μαγικά φίλτρα» για τα νεύρα είχαν τη φήμη ότι αποδίδουν λαμπρά αποτελέσματα, σύμφωνα με το BBC.

Έτσι όταν ο Πέμπερτον δημιούργησε αυτό το μείγμα, ήταν η τελευταία ενσάρκωση μίας διαρκούς τάσης. Και ενώ η κοκαϊνη εξέλιπε ως συστατικό αναψυκτικού, τα ποτά με εκχυλίσματα κόλας – επίσης γνωστά ως Κόλα – αυτομάτως πολλαπλασιάστηκαν και εξαπλώθηκαν.

Τον πρώτο χρόνο που τέθηκε σε κυκλοφορία, η Κόκα Κόλα σερβίρονταν κατά μέσο όρο εννέα φορές την ημέρα στα μέρη που πουλιόνταν αναψυκτικά στην Ατλάντα, σύμφωνα με τα στατιστικά της εταιρείας. Όταν η δημοφιλία της μεγάλωσε, η εταιρεία πούλησε τα δικαιώματα εμφιάλωσης του αναψυκτικού, οπότε μπορούσε και να «ταξιδέψει» ευκολότερα το προϊόν. Τα δικαιώματα κατοχύρωσαν δύο δικηγόροι, ο Μπέντζαμιν Τόμας και ο Τζόζεφ Γουάιτχεντ. Λίγο αργότερα, κυκλοφόρησε στην αγορά το γνωστό γυάλινο μπουκάλι της «Coca Cola», για να αποφευχθούν οι απομιμήσεις. Για τον σκοπό αυτό, κυκλοφόρησαν και διαφημίσεις, που επεσήμαναν στους καταναλωτές να απαιτούν την αυθεντική «Coca Cola». Οι προσπάθειες αντιγραφής του αναψυκτικού δεν σταμάτησαν ποτέ, αλλά ο βασικός ανταγωνιστής είναι πάντα η «Pepsi Cola».  Σήμερα περίπου 1,9 δισεκατομμύρια αναψυκτικά Κόκα Κόλα πωλούνται καθημερινά.

Μια από τις μεγαλύτερες επιτυχίες της «Coca Cola» ήταν η διάθεσή της στις αμερικανικές δυνάμεις, κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου πολέμου. Σύμφωνα με επίσημη απόφαση, κάθε ένστολος Αμερικανός είχε το δικαίωμα να αγοράζει ένα μπουκάλι έναντι 5 σεντς, σε όποια χώρα και αν βρισκόταν. Με τον τρόπο αυτό, το αναψυκτικό πέρασε τα σύνορα της Αμερικής και διαδόθηκε σε πολλές χώρες. Μια ακόμη «επιτυχία» της Κόκα Κόλα ήταν ότι έντυσε στα κόκκινα τον Άγιο Βασίλη για να ταιριάζει με το εταιρικό χρώμα. Σήμερα, η «Coca Cola» είναι ταυτισμένη με την αμερικανική κουλτούρα, ενώ το λογότυπό της είναι αναγνωρίσιμο από το 98% του πληθυσμού.

Στην Ελλάδα, η άδεια για την κυκλοφορία του αναψυκτικού δόθηκε από το Γενικό Χημείο του Κράτους τον Φεβρουάριο του 1964. Ωστόσο, η «Coca Cola» εμφανίστηκε στα καταστήματα πέντε χρόνια αργότερα.

Το προϊόν έχει γίνει τόσο εμβληματικό ώστε οι προσπάθειες να αλλάξει η γεύση του το 1985 – να γίνει πιο γλυκιά σε μία κίνηση να εκτοξευθούν οι πωλήσεις – αποδείχτηκαν καταστροφικές με εκτεταμένες αντιδράσεις και οργή από τους καταναλωτές. «Η κλασσική Κόκα Κόλα» επέστρεψε στα ράφια των καταστημάτων μόλις 3 μήνες μετά την κυκλοφορία της «Νέας Κόκα».

Ο αστικός μύθος λέει ότι η συνταγή της Κόκα Κόλα είναι ένα επτασφράγιστο μυστικό. Ωστόσο λέγεται ότι δεν περιέχει πλέον εκχύλισμα του καρπού κόλα και αντ’ αυτού βασίζεται σε τεχνητές μιμήσεις για να επιτευχθεί η ανάλογη γεύση. Οι συνταγές για να φτιάξει κάποιος ένα αναψυκτικό κόλα αφθονούν: αν αναμείξει έλαια από νερατζιά, αιθέριο έλαιο πορτοκαλιού, καραμέλα και βανίλια μεταξύ άλλων βαμμάτων, τη δυνατή γεύση του καρπού κόλα, μπορεί να πλησιάσει το αναψυκτικό. Η ισχυρή γεύση της καφεΐνης θα είναι πάντα παρούσα, δίνοντας μια ιδέα για το τι έλκυε τους ανθρώπους στη Δυτική Αφρική, την Ατλάντα και σε όλον τον κόσμο στον ξεχωριστό αυτό καρπό.

Πηγή