Η αναμέτρηση που μας άφησε βαριά κληρονομιά τη φράση «εκλογές βίας και νοθείας»

Όταν «ψήφισαν ακόμα και τα δέντρα», όσα τραγικά συνέβησαν το 1961 και θέλει να ξεχάσει η Ελλάδα

Ως «εκλογές των χωροφυλάκων», «εκλογές που ψήφισαν μέχρι και τα δέντρα» ή «εκλογές που πήραμε με το πιστόλι στο χέρι», έτσι γλαφυρά έμεινε στη συνείδηση του λαού μας η αναμέτρηση που χαρακτηρίστηκε από εκτεταμένη εκλογική νοθεία, βία και τρομοκρατία.

Ένα ντέρμπι που δεν ήταν ακριβώς γιορτή της δημοκρατίας, αλλά παιδότοπος των παρακρατικών, των σωμάτων ασφαλείας, των ενόπλων δυνάμεων και των ακραίων στοιχείων που αντιστρατεύονται την ίδια τη λαϊκή βούληση.

Οι ταραγμένες και μοναδικές -ευτυχώς- στην πολιτική ιστορία του τόπου μας εκλογές του 1961 έκαναν ωστόσο πολλά παραπάνω από όσα μπορούν να γίνουν σε ένα προδιαγεγραμμένο πολιτικό ντέρμπι: οδήγησαν στη δολοφονία Λαμπράκη από το ακροδεξιό παρακράτος και άνοιξαν διάπλατα τον δρόμο προς το απριλιανό πραξικόπημα του 1967, αποτελώντας μια καίρια τομή για τις κοινωνικές εξελίξεις των επόμενων ετών, αλλά και το ίδιο το πολιτικό μας σύστημα.

Όσα τραγικά διεξήχθησαν σε εκείνες τις εκλογές του Οκτωβρίου ήταν βέβαια εγγεγραμμένα στον ευρύτερα μεταβατικό χαρακτήρα των αρχών της νέας δεκαετίας σε κοινωνικο-οικονομικό επίπεδο. Απλώς στην ελληνική περίπτωση εκφράστηκαν με το γνώριμο δυναμικό και ιδιοσυγκρασιακό τρόπο του λαού μας.

Η Ιστορία έχει καταλήξει πλέον για το τι συνέβη σε εκείνη τη σημαδιακή αναμέτρηση. Έχουν χυθεί τόνοι μελάνης, έχουν καταγραφεί τόσες και τόσες μαρτυρίες, έχουν δει το φως της δημοσιότητας τόσα και τόσα ντοκουμέντα. Κι όμως, η αμφισβήτηση για το ποιος κρυβόταν πίσω από τις «εκλογές βίας και νοθείας» παραμένει. Και επιμένει.

Ακόμα και από τον πρωταγωνιστή της, Κωνσταντίνο Καραμανλή. Ο οποίος όταν δημοσιεύτηκαν τα αρχεία του συνέχιζε να ισχυρίζεται πως δεν γνώριζε τίποτα. Εκεί που ο πολιτικός του αντίπαλος Γεώργιος Παπανδρέου τα γνώριζε όλα δηλαδή. Και του τα έλεγε στη Βουλή, με τις αντεγκλήσεις να δίνουν και να παίρνουν.

Ποιος ήξερε και ποιος όχι για το «Σχέδιο Περικλής» που οδήγησε τον «Γέρο της Δημοκρατίας» στην κήρυξη του Ανένδοτου Αγώνα του; Ένα επίμονο ερώτημα που ταλανίζει την ιστορική σκέψη στις έξι σχεδόν δεκαετίες που έχουν περάσει…

Το πλαίσιο του «οργίου»

Η χρονιά του 1961 είδε τη διεθνή ψυχροπολεμική ένταση σε νέο ιστορικό υψηλό. Τον Απρίλιο έγινε η Εισβολή στον Κόλπο των Χοίρων της Κούβας και τον Αύγουστο Σοβιετικοί και Ανατολικογερμανοί ύψωναν το Τείχος του Βερολίνου, με τους ηγέτες των δύο υπερδυνάμεων να εκτοξεύουν απειλές για πυρηνικό όλεθρο.

Μέσα στο εύθραυστο αυτό πλαίσιο για τη διεθνή ειρήνη και νομιμότητα, ο πρωθυπουργός της Ελληνικής Δημοκρατίας, Κωνσταντίνος Καραμανλής, συναντιέται στην Αμερική με τον πρόεδρο Κένεντι. Στις δηλώσεις του σπεύδει να υπογραμμίσει το «ειδικόν δικαίωμα» που έχουν οι ΗΠΑ «να ενδιαφέρονται διά την ανεξαρτησίαν και την ελευθερίαν του δυτικού ημισφαιρίου».

Ο πρωθυπουργός της Ελλάδας και αρχηγός της ΕΡΕ (Εθνική Ριζοσπαστική Ένωσις), που κυβερνούσε με αυτοδυναμία από τις βουλευτικές εκλογές της 19ης Φεβρουαρίου 1956 (και επανεκλέχτηκε στις εθνικές εκλογές της 11ης Μαΐου 1958), προσπαθούσε ήδη από το 1956 να περιορίσει την εκλογική δύναμη της ΕΔΑ (Ενιαία Δημοκρατική Αριστερά), του μεγαλύτερου κόμματος της Αριστεράς που κατηγορούνταν ήδη από την ίδρυσή του το 1951 πως κυριαρχείται από κομμουνιστές.

Και δεν ήταν φυσικά μόνος στον αγώνα του. Αμέσως μετά τις εκλογές του 1958 και την εξαιρετικά εντυπωσιακή εκλογική άνοδο της ΕΔΑ (πρώτη φορά που η Αριστερά εκλέχτηκε στη θέση της αξιωματικής αντιπολίτευσης), τόσο η κυβέρνηση και η στρατιωτική ηγεσία όσο και το Παλάτι, η ΚΥΠ, οι Αμερικάνοι και οι παραστρατιωτικές οργανώσεις (στις οποίες πρωτοστατούσε ο Γεώργιος Παπαδόπουλος και η ομάδα του) θέτουν ως Νο 1 στόχο τους τη μείωση της επιρροής της Αριστεράς. Γιατί όχι και την πλήρη εξαφάνισή της από το ελληνικό Κοινοβούλιο δηλαδή;

Στην ίδια γραμμή προσπάθησε να κινηθεί και ο Γεώργιος Παπανδρέου, επιδιώκοντας την εκλογική συμμαχία με τον Καραμανλή για την εξουδετέρωση της Αριστεράς. Ο «Γέρος της Δημοκρατίας» ίδρυσε τη δική του Ένωσις Κέντρου εκείνον τον Σεπτέμβριο ως ενιαίο φορέα κεντρώων δυνάμεων και λίγες μόλις μέρες αργότερα δήλωνε δημοσίως πως άμεση επιδίωξη του νέου και πολυσυλλεκτικού σχήματος ήταν ο περιορισμός της ΕΔΑ σε ποσοστό μικρότερο του 20%, ώστε να πάψει να αποτελεί ρυθμιστικό παράγοντα και να μπορούν «τα δύο εθνικόφρονα κόμματα να παλαίουν εντός των πλαισίων της Δημοκρατίας» («Το βήμα» 13/10/1961).

Όσο κι αν ο πολιτικός γάμος Καραμανλή και Παπανδρέου δεν τελεσφόρησε, εξαιτίας κυρίως των αντιδράσεων των κορυφαίων στελεχών του Κέντρου, το μήνυμα είχε σταλεί προς πάσα κατεύθυνση. Ο Καραμανλής περνά τον Μάιο του 1961 και τον νέο εκλογικό νόμο που προβλέπει ενισχυμένη αναλογική για τις αμέσως επόμενες εκλογές και το σκηνικό έχει στηθεί. Η κυβέρνηση παραιτείται στις 20 Σεπτεμβρίου και ο πρωθυπουργός ζητά από τον βασιλιά Παύλο Α’ τον διορισμό υπηρεσιακής κυβέρνησης επιφορτισμένης με τη διεξαγωγή των επικείμενων εκλογών της 29ης Οκτωβρίου 1961.

Υπηρεσιακός πρωθυπουργός αναλαμβάνει ο στρατηγός Κωνσταντίνος Δόβας, αρχηγός του Στρατιωτικού Οίκου του βασιλιά, και υπουργός Άμυνας ο υποπτέραρχος Χαράλαμπος Ποταμιάνος, γενικός υπασπιστής και γραμματέας του βασιλιά. Η βασιλική υπηρεσιακή κυβέρνηση τοποθετεί και μερικούς κεντρώους υπουργούς για τα μάτια του κόσμου, σε χαρτοφυλάκια που δεν έχουν βέβαια σχέση με τη διενέργεια των εκλογών.

Οι στόχοι της υπηρεσιακής κυβέρνησης δημιουργούν εξαρχής σοβαρές επιφυλάξεις σε όλους, ακόμα και στον Καραμανλή…

Βία και τρομοκρατία

Αν η σύνθεση της υπηρεσιακής κυβέρνησης αποτελούσε παράγοντα ανησυχίας για τον τρόπο διενέργειας των εκλογών, το κλίμα που επικρατούσε σε εκείνη την προεκλογική περίοδο δεν άφηνε περιθώρια αμφιβολίας. Ο εκλογικός θρίαμβος της ΕΔΑ το 1958, που κατέλαβε τη δεύτερη θέση (ποσοστό 24,42% και 79 έδρες) και ανήλθε στη θέση της αξιωματικής αντιπολίτευσης, θορύβησε το εγχώριο πολιτικό σύστημα ξυπνώντας τα αντικομμουνιστικά αντανακλαστικά της Δεξιάς.

Ένα καλό τμήμα του κρατικού και παρακρατικού μηχανισμού δείχνει από την πρώτη στιγμή τις προθέσεις του, κυρίως στην επαρχία. Το κλίμα εκφοβισμού, το ξύλο και οι απειλές δίνουν και παίρνουν. Κατά των αριστερών κυρίως, αν και δεν έλειψε και η μικρότερης έκτασης τρομοκρατία κατά του συνασπισμού των κομμάτων του Κέντρου.

Σήμερα ξέρουμε πως στο πάρτι της φρίκης πήραν μέρος πολλοί και διάφοροι: οι ένοπλες δυνάμεις, τα σώματα ασφαλείας, η μυστική αστυνομία, οι παρακρατικοί μηχανισμοί, τα Ανάκτορα, η υπηρεσιακή κυβέρνηση, η CIA και όποιος άλλος ήθελε την ανάσχεση της εκλογικής επιρροής της ΕΔΑ.

Βίαια επεισόδια σημειώνονται εκείνον τον Οκτώβριο σε όλη την ελληνική επικράτεια κατά των οπαδών της ΕΔΑ, ακόμη και κατά των υποψήφιων βουλευτών της. Στις συμπλοκές υπήρξαν μάλιστα και νεκροί από πυρά του στρατού και της χωροφυλακής, δεν ήταν απλώς ψυχολογικού τύπου ο εκφοβισμός.

Το προεκλογικό υλικό της ΕΔΑ εξαφανίζεται από παντού και οι προεκλογικές της συγκεντρώσεις παρεμποδίζονται, είτε «επισήμως» με την παρέμβαση της αστυνομίας και του στρατού είτε «εμμέσως» με ταραχές που δημιουργούν παρακρατικοί και παραστρατιωτικοί κύκλοι.

Χωροφύλακες, αξιωματικοί της αστυνομίας, στρατιώτες, ακόμα και άντρες των παραστρατιωτικών εμφυλιακών ΤΕΑ (Ταγμάτων Εθνοφυλακής Αμύνης) ξυλοκοπούσαν και παρεμπόδιζαν με κάθε τρόπο την προεκλογική εκστρατεία της Αριστεράς, προσάγοντας ακόμα και υποψήφιους βουλευτές πριν από τις ομιλίες τους.

Τα ακροδεξιά στοιχεία δεν σεβάστηκαν ούτε τον 80χρονο διπλωμάτη και κατ’ επανάληψη υπουργό Περικλή Αργυρόπουλο, ξυλοκοπώντας τον αγρίως σε προεκλογική συγκέντρωση στο Αιγάλεω στις 13 Οκτωβρίου. Τρεις μέρες αργότερα, η ΕΔΑ δίνει στη δημοσιότητα το «Σχέδιο διενεργείας των εκλογών» που έχει καταρτίσει κρατική υπηρεσία και δεν είναι παρά ένας μακρύς κατάλογος τακτικών εκφοβισμού και σωματικής βίας.

Για «απάτη και σκηνοθεσία, την γνώριμον τακτικήν του κομμουνισμού» κατηγορεί την ΕΔΑ ο Καραμανλής. Σπεύδοντας ωστόσο να παρατηρήσει πως «το κείμενον, το οποίον επικαλείται η ΕΔΑ, αν δεν είναι πλαστόν, ασφαλώς θα είναι έργον ανευθύνου προσώπου, με τον οποίον ουδεμία έχει σχέσιν η πολιτική της κυβερνήσεως».

Στις 19 Οκτωβρίου, ο Γεώργιος Παπανδρέου καταγγέλλει κι αυτός ότι «τα κρατικά όργανα και οι παρακρατικαί οργανώσεις ασκούν τρομοκρατία εις βάρος οπαδών και στελεχών της Ενώσεως Κέντρου … Το καθήκον των ελευθέρων πολιτών είναι εις την βίαν να αντιτάσσουν νόμιμον άμυνα».

Μόνο που οι στοχευμένες δράσεις κατά της Αριστεράς και λιγότερου του Κέντρου δεν περιορίστηκαν αποκλειστικά στο ξύλο και τις ταραχές. Υπήρχε και η κατεξοχήν εκλογική ταμπακιέρα, όταν τα ηνία θα αναλάμβανε η εκτεταμένη αλλοίωση του αποτελέσματος που είπαν «Σχέδιο Περικλής»…

Το «Σχέδιο Περικλής»

Ποιος ήταν πίσω από τη διαβόητη «Άσκησις Περικλής» που κατήγγειλε ο Γεώργιος Παπανδρέου το 1965 πως έδρασε στις εκλογές του 1961, παραμένει αντικείμενο ιστορικής διερεύνησης. Το παρακράτος ήθελε τον περιορισμό του κομμουνιστικού κινδύνου ήδη από το 1958 και το 1961 θα ήταν η μεγάλη στιγμή του.

Το επιτελικό σχέδιο για την ανάληψη αστυνομικής, στρατιωτικής και παραστρατιωτικής δράσης με στόχο τη χειραγώγηση του εκλογικού αποτελέσματος υπέρ της δεξιάς παράταξης εφαρμόστηκε κατά γράμμα. Εμπνευστές του «Περικλή» ήταν η ΚΥΠ στα χρόνια του στρατηγού Νάτσινα, ενώ αντίστοιχο σχέδιο είχε καταρτίσει και η Υπηρεσία Πληροφοριών του Υπουργείου Προεδρίας υπό τον στρατηγό Γωγούση.

Περιλάμβανε άμεση παρέμβαση των μυστικών υπηρεσιών, του στρατού, της Αστυνομίας Πόλεων και της Χωροφυλακής στα πολιτικά πράγματα της χώρας με προπαγανδιστικό υλικό και δράση παρακρατικών οργανώσεων στελεχωμένων με «εθνικόφρονες πολίτες». Γενικός κουμανταδόρος και συντονιστής των δράσεων τοποθετείται ο κλαδάρχης Αντικατασκοπείας της ΚΥΠ, ένας στρατιωτικός ονόματι Γεώργιος Παπαδόπουλος.

Τα επεισόδια της εκτεταμένης νοθείας έμειναν δυστυχώς θρυλικά. Εκλογικοί κατάλογοι με ψευδείς εγγραφές και διπλοψηφίες με το τσουβάλι. Ακόμα και 218 χωροφύλακες πιάστηκαν να έχουν δηλώσει ως διεύθυνση κατοικίας την ίδια διώροφη μονοκατοικία.

Ειδικά στα εκλογικά κέντρα όπου ψηφίζουν αστυνομικοί, στρατιωτικοί και δημόσιοι υπάλληλοι, η κατάσταση κρίνεται το λιγότερο απελπιστική: τόσοι και τόσοι πολίτες που επιλέγουν την ΕΡΕ είναι είτε ανύπαρκτοι είτε νεκροί. Άλλοι πάλι διπλο- και τριπλο-ψηφίζουν δηλώνοντας διευθύνσεις που δεν υπάρχουν ή αντιστοιχούν σε ακατοίκητα σπίτια.

Την ίδια ώρα, ελάχιστοι αντιπρόσωποι του ΠΑΜΕ (Πανδημοκρατικό Αγροτικό Μέτωπο Ελλάδος), όπως ήταν το όνομα με το οποίο κατέβηκε ο συνασπισμός της ΕΔΑ σε εκείνες τις εκλογές, κατάφεραν να φτάσουν στα εκλογικά τους κέντρα. Στα περισσότερα εκ των οποίων δεν υπήρχαν καν ψηφοδέλτια του κόμματος.

Το οργανωμένο και «αόρατο» παρακράτος έκανε τη δουλειά του και με το παραπάνω. Την ίδια ώρα, συνέχιζε και τις στρατιωτικού τύπου επιχειρήσεις του, σκοτώνοντας στην πορεία και δυο στελέχη της νεολαίας της ΕΔΑ. Ο νεαρός ηλεκτρολόγος Στέφανος Βελδεμίρης δολοφονήθηκε από χωροφύλακα στη Θεσσαλονίκη τρεις μέρες πριν τις εκλογές και ο στρατιώτης Διονύσης Κερπινιώτης έξω από το εκλογικό κέντρο στο Δεμίρι Αρκαδίας. Έναν εν ψυχρώ φόνο με σφαίρα στο κεφάλι που η υπηρεσιακή κυβέρνηση χαρακτήρισε «αυτοκτονία».

Σύμφωνα με τα στοιχεία που έδωσε ο Γεώργιος Παπανδρέου στη Βουλή το 1965 αλλά και τις αποκαλύψεις του Τύπου, η νοθεία ήταν τόσο εκτεταμένη που η κυβέρνηση μπορεί να μην είχε καν την απαραίτητη συνταγματική νομιμοποίηση.

Το αποτέλεσμα των εκλογών δικαίωσε περίτρανα όλη αυτή την επιχείρηση τρόμου, φρίκης και αίματος. Η ΕΡΕ επικράτησε με ποσοστό 50,81% (2.347.824 ψήφοι), αυξάνοντας τη δύναμή της από τις προηγούμενες εκλογές κατά 9,65 ποσοστιαίες μονάδες. Το Πανδημοκρατικόν Αγροτικόν Μέτωπον Ελλάδος (ο συνασπισμός της ΕΔΑ με το Εθνικό Αγροτικό Κόμμα) «καταποντίστηκε» στο 14,63% (675.867 ψήφοι), σημειώνοντας τη χαμηλότερη επίδοσή του από την ίδρυση της ΕΔΑ το 1951. Έπεσε κατά 10 ποσοστιαίες μονάδες δηλαδή από την προηγούμενη αναμέτρηση (24,42% και 939.902 ψήφους)…

Τελικά;

Η νέα κυβέρνηση Καραμανλή ορκίστηκε στις 4 Νοεμβρίου και λιγότερο από έναν μήνα αργότερα, ο «Γέρος της Δημοκρατίας» κηρύττει τον Ανένδοτο Αγώνα του, καταγγέλλοντας την εκλογική νίκη της ΕΡΕ ως προϊόν «βίας και νοθείας». Τόσο ο Παπανδρέου όσο και η Αριστερά αρνούνται να αναγνωρίσουν την κυβέρνηση Καραμανλή, θεωρώντας τη αντισυνταγματική.

Ο Ανένδοτος θα μαίνεται «ώσπου η Δημοκρατία να νικήσει στην Πατρίδα», όπως έλεγε χαρακτηριστικά ο ηγέτης της Ενώσεως Κέντρου. Και μαινόταν ως το 1963. Η παρθενική συνεδρίαση της νέας Βουλής στις 4 Δεκεμβρίου έγινε χωρίς την παρουσία των βουλευτών του Κέντρου και της Αριστεράς.

Δύο χρόνια αργότερα, στις 23 Φεβρουαρίου 1965, ο Παπανδρέου κατήγγειλε επισήμως στη Βουλή των Ελλήνων το «Σχέδιο Περικλής», στέλνοντας στις εφημερίδες τα απόρρητα πρακτικά της συνεδρίασης της «Συντονιστικής Επιτροπής» με ημερομηνία 11-12 Αυγούστου 1961, εκεί που κάποιοι έφεραν στο προσκήνιο τον μετέπειτα δικτάτορα Παπαδόπουλο.

Ο Παπαδόπουλος ήταν μεταξύ των υπόπτων στους οποίους ασκήθηκε ποινική δίωξη τον Ιούνιο του 1965 για εμπλοκή στην «Άσκησις Περικλής» που αφάνισε τη δημοκρατία από εκείνη την εκλογική αναμέτρηση.

Η τελευταία νίκη του Καραμανλή πριν από τη Χούντα αμαυρώθηκε από τη βία και τη νοθεία. Ποιος έφταιγε όμως; Ο ίδιος ο Καραμανλής δήλωσε πάντως από το Παρίσι το 1969: «Μετά τις εκλογές του 1958, που έφεραν την ΕΔΑ δεύτερο κόμμα, είχε δημιουργηθεί μια εύλογη ανησυχία στα Ανάκτορα και σε ορισμένους στρατιωτικούς κύκλους. Και είχε γίνει η σκέψις, εν όψει νέων εκλογών, να ασκηθή ψυχολογική πίεσις επί των κομμουνιστών για να συμπτυχθή η δύναμίς των. Τα ανόητα αυτά σχέδια τα κατήρτιζαν μυστικές υπηρεσίες εν αγνοία της κυβερνήσεώς μου».

«Δεν γνωρίζω εάν εν αγνοία μου είτε η κυβέρνησις κατ’ εντολήν του βασιλέως είτε ο στρατός έλαβον μέτρα περιστολής των δυνάμεων του κομμουνισμού. Δεν το αποκλείω εντελώς, δεδομένου ότι μετά τας εκλογάς του ’58, η διόγκωσις των δυνάμεων της ΕΔΑ προκαλούσε εθνικάς ανησυχία», επανέλαβε χαρακτηριστικά και το 1966.

Πρωτοφανής δεν ήταν σίγουρα η άσκηση πίεσης έναντι των ψηφοφόρων της Αριστεράς. Οι διχαστικές λογικές παρέμεναν και βασίλευαν στον τόπο μας ακόμα και μια δεκαετία μετά το τέλος του εμφυλίου. Ήταν όμως αυτό που προειδοποίησε προφητικά ο Σοφοκλής Βενιζέλος τον Καραμανλή που έμεινε και πρέπει να μείνει από τις περιπέτειες του 1961:

«Ας προσέξει όμως [η κυβέρνηση Καραμανλή], μήπως το υπερκράτος αυτό, το οποίον αυτή εδημιούργησε και μετά τόσης στοργής περιθάλπει, μήπως το υπερκράτος αυτό στραφεί μιαν ημέραν και εναντίον της. Διότι αυτό είναι αναπόφευκτον»…

Η Ένωσις Κέντρου πήρε τις δύο επόμενες εκλογικές αναμετρήσεις (του 1963 και του 1964), αλλά ανατράπηκε με την αποστασία του Ιουλίου 1965, η οποία οδήγησε ολοταχώς στο Απριλιανό Πραξικόπημα του Παπαδόπουλου. Παρακράτος, ακροδεξιά και πολιτική βία δάγκωσαν τελικά το χέρι που τα τάιζε, προλειαίνοντας το έδαφος για την κατάλυση του δημοκρατικού πολιτεύματος…

Πηγή