Η κινηματογραφική ζωή του Έλληνα ήρωα της Λεγεώνας των Ξένων

Ο Στέλιος Αμανάκης έφυγε από την Κρήτη μετά από τσακωμό με τον πατέρα του, έλαβε μέρος και στους δύο Παγκοσμίους Πολέμους, τραυματίστηκε τρεις φορές και τιμήθηκε για τα ανδραγαθήματά του

Η ιστορία του Στέλιου Αμανάκη από την Κρήτη θα μπορούσε κάλλιστα να γίνει μια εκπληκτική εμπορική ταινία στο Hollywood, καθώς δεν έχει να ζηλέψει τίποτα από τα κινηματογραφικά σενάρια. Ένας νεαρός φεύγει από την πατρίδα του, κατατάσσεται στην περιβόητη γαλλική Λεγεώνα των Ξένων, μετέχει ηρωικά στην πρώτη γραμμή του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, καταφέρνει να γλιτώσει, πριν προλάβει να ξαποστάσει ρίχνεται και πάλι στη φωτιά της μάχης κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, τον κυνηγούν οι ναζί, επιβιώνει και πεθαίνει αναπάντεχα, εξίσου κινηματογραφικά όπως έζησε, κατά τη διάρκεια μιας εκδήλωσης βετεράνων. Η περιπετειώδης ζωή του μπορεί να έμενε εν πολλοίς άγνωστη εάν δεν ερευνούσε τα Ιστορικά Αρχεία του Γαλλικού Στρατού στο Παρίσι ο εθνολόγος και ιστορικός Μώρις Μπορν (Maurice Born) που έψαξε και βρήκε χρήσιμα στοιχεία για τον Αμανάκη. Πάμε όμως να τα πάρουμε με τη σειρά:

Ο Στέλιος γεννήθηκε στο λυκαυγές του 19ου αιώνα και ειδικότερα το 1896 στο Καλό Χωριό της επαρχίας Πεδιάδας του Ηρακλείου, 7 χιλιόμετρα νότια των Γουβών. Το νησί εκείνη την εποχή βρισκόταν ακόμη υπό την κατοχή των Οθωμανών, ωστόσο από το 1895 έχει ξεσπάσει η Κρητική Επανάσταση που επιδιώκει την πολυπόθητη αποτίναξη του τουρκικού ζυγού και την μετέπειτα ένωση με την μητέρα Ελλάδα. Μια μέρα ο ανήλικος Αμανάκης τσακώνεται με τον αυστηρό πατέρα του και χωρίς περιστροφές σηκώνεται και φεύγει

Μπαίνει σε ένα καΐκι που κατευθυνόταν προς την Αλεξάνδρεια κι από ‘κει συνεχίζει το ταξίδι του για να καταλήξει στο γραφικό λιμάνι της Μασσαλίας, ένα από τα μεγαλύτερα εμπορικά λιμάνια της Ευρώπης. Χωρίς πυξίδα στη ζωή του, θα κινήσει για το Παρίσι. Έχουμε μπει στο 1914 και ο ενήλικος Κρητικός θαμπώνεται από τη γαλλική πρωτεύουσα. Από το μικρό ελληνικό χωριό που τα βράδια βυθιζόταν στο σκοτάδι έχει βρεθεί στην κοσμοπολίτικη Πόλη του Φωτός.

Ξεσπά ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος

Για κακή του τύχη στις 28 Ιουλίου 1914 ξεσπά ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος. Έξι ημέρες αργότερα η Γερμανία οδεύει κατά της Γαλλίας, παραβιάζοντας την ουδετερότητα του Βελγίου. Στους δρόμους του Παρισιού παραδόξως επικρατεί ένας άκρατος ενθουσιασμός. Σχεδόν όλοι είναι πεπεισμένοι ότι ο πόλεμος για είναι μια νικηφόρα υπόθεση που δεν πρόκειται να κρατήσει πάνω από μερικές εβδομάδες. Έμελλε να κρατήσει όμως τέσσερα ολόκληρα χρόνια, μέχρι τα μέσα Νοεμβρίου του 1918, αφαιρώντας τη ζωή 18,6 εκατομμυρίων ανθρώπων εκ των οποίων τα 8,9 εκατομμύρια ήταν απλοί πολίτες. Ο νεαρός Έλληνας δεν μένει ανεπηρέαστος από τα γεγονότα.

Αφού δεν μπορεί να επιστρέψει στην πατρίδα του (η Κρήτη έχει ενσωματωθεί στο Βασίλειο της Ελλάδος από το 1913) παίρνει την μεγάλη απόφαση τον Οκτώβριο του 1914 να καταταγεί στο μισθοφορικό σώμα της Λεγεώνας των Ξένων. Συνολικά 45.000 αιτήθηκαν να παρουσιαστούν στο φημισμένο στρατιωτικό σώμα αλλά έγιναν δεκτοί μόλις οι 15.000, ανάμεσά τους και ο Στέλιος, που στα γαλλικά αρχεία είναι καταγεγραμμένος ως Helios αντί για Stelios. Άλλωστε, όταν κάποιος κατατασσόταν έπαιρνε όποιο ψευδώνυμο ήθελε. Παρά το γεγονός ότι η προετοιμασία των οπλιτών στον τακτικό στρατό της Γαλλίας διαρκούσε περίπου τέσσερις μήνες, στη λεγεώνα μόλις και μετά βίας κρατούσε 20 μέρες. Στις μέρες μας όσοι γίνονται δεκτοί στην «Légion étrangère» παραδίδουν αμέσως το διαβατήριό τους και το ξαναπαίρνουν όταν απολυθούν μετά από μια πενταετία ή πολύ νωρίτερα εάν δεν περάσουν τις επίπονες δοκιμασίες της εκπαίδευσης. Το μόνο που κρατάνε είναι τα τσιγάρα τους και χρήματα -το πολύ μέχρι 50 ευρώ. Οι κανόνες ήταν παραπλήσιοι και εκείνη την εποχή (μόνο που αντί για ευρώ κυκλοφορούσαν γαλλικά φράγκα).

Ο Αμανάκης στέλνεται μαζί με τους υπόλοιπους λεγεωνάριους στο Δυτικό μέτωπο λαμβάνοντας μέρος στις πλέον πολύνεκρες και μεγάλες στρατιωτικές επιχειρήσεις. Στη μάχη του Αρτουά (17 Δεκεμβρίου 1914 – 13 Ιανουαρίου 1915) το 1914 στη μάχη της Καμπανίας (20 Δεκεμβρίου 1914 – 17 Μαρτίου 1915) στη μάχη του Σομέ (1 Ιουλίου – 18 Νοεμβρίου 1916) που οι Γάλλοι χάνουν 204.000 άνδρες, στην κρίσιμη και συνάμα πιο μακρόχρονη μάχη του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, τη μάχη του Βερντέν (21 Φεβρουαρίου – 19 Δεκεμβρίου 1916) που η Γαλλία θα μετρήσει 378.000 νεκρούς καθώς επίσης και στη μάχη του Αράς (9 Απριλίου  – 16 Μαΐου 1917). Παντού ο Έλληνας λεγεωνάριος βρισκόταν στην πρώτη γραμμή κινδυνεύοντας ανά πάσα στιγμή να χάσει τη ζωή του. Θα τραυματιστεί τρεις φορές, στο λαιμό, στο αυτί και στον δεξιό βραχίονα. Κάθε φορά που χτύπαγε νοσηλευόταν για ένα χρονικό διάστημα και μόλις η κατάσταση της υγείας του βελτιωνόταν ξανάπαιρνε το όπλο και έδινε το παρών στα χαρακώματα.

Ένα χρόνο πριν τη λήξη του πολέμου αναγκάζεται να αποχωρήσει από τη Λεγεώνα των Ξένων καθώς του αναγνωρίζεται σωματική αναπηρία της τάξης του 70%. Γυρνάει στο Παρίσι και μαθαίνει κομμωτική προκειμένου να εξασφαλίζει τα προς το ζην. Μαζεύει ένα μικρό κομπόδεμα και μετά το τέλος του πολέμου μετακομίζει αρκετά βορειότερα, στην πόλη Λιλ, πολύ κοντά στα σύνορα με το Βέλγιο. Τιμάται από την πολιτεία για τα ανδραγαθήματά του, λαμβάνει τη γαλλική υπηκοότητα και δραστηριοποιείται σε συλλόγους βετεράνων όπου αφηγούνται επί ώρες ο καθένας τα κατορθώματά του. Είναι αποφασισμένος να μείνει στη Γαλλία απολαμβάνοντας πλέον μια ήρεμη και προπάντων ειρηνική ζωή αφού τα όσα έχει ζήσει, οι σκηνές των ακρωτηριασμένων μελών, οι εκκωφαντικές εκρήξεις των βομβών και ο θάνατος των φίλων του στα πεδία των μαχών τον έχουν στιγματίσει.

Δυστυχώς όμως τα σχέδια των μεγάλων δυνάμεων της εποχής είναι διαφορετικά. Όταν ξεσπά ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος την 1η Σεπτεμβρίου του 1939, ο Αμανάκης είναι 44 ετών και με σοβαρά προβλήματα υγείας. Παρ’ όλα αυτά είναι έτοιμος να ξαναπάρει το όπλο. Η κατάσταση για τη Γαλλία αυτή τη φορά είναι ακόμη πιο δύσκολη αφού οι ναζιστικές ορδές του Χίτλερ κατακτούν μέσα σε λίγες εβδομάδες τη μια χώρα μετά την άλλη. Το Βερολίνο πιστεύει ότι ο γαλλικός στρατός θα προβάλλει σθεναρή αντίσταση αλλά πολύ σύντομα η Βέρμαχτ φθάνει με ευκολία φθάνει στο Παρίσι.

Ο Έλληνας βετεράνος δεν μπορεί να επιστρέψει στην πρώτη γραμμή με τη Λεγεώνα των Ξένων, λόγω της κατάστασής του, αλλά εντάσσεται εξαρχής στην Αντίσταση. Συμμετέχει σε σαμποτάζ κατά του εχθρού, υποκλέπτει πληροφορίες, μεταφέρει όπλα και πυρομαχικά και διακινεί κρυφά προπαγανδιστικό έντυπο υλικό. Οι ναζί αρχίζουν να τον αναζητούν. Στην καλύτερη περίπτωση θα τον στείλουν για καταναγκαστικά έργα που συνήθως συνεπαγόταν με θάνατο και στη χειρότερη θα τον εκτελούσαν επί τόπου. Εκείνος ξεφεύγει κάτω από τη μύτη τους και κρύβεται σε έναν μικροσκοπικό οικισμό σπιτιών, μέσα σε ένα δάσος. Για μια ακόμη φορά είχε ξεγελάσει τον θάνατο.

Ο Αμανάκης μπορεί να μην ξαναγύρισε ποτέ στην Ελλάδα αλλά μετά και το τέλος και του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου συμμετείχε σε αρκετές ομογενειακές οργανώσεις της Γαλλίας, ενίοτε από τη θέση του προέδρου. Το 1960 θα συμμετείχε σε μια παρέλαση βετεράνων στην πόλη Λίλ. Ο ίδιος είναι πρώτος στη σειρά κρατώντας σφιχτά τη σημαία του στρατού αποδίδοντας τιμές ενώπιον πλήθους κόσμου. Εκεί, μπροστά στα βλέμματα όλων, εν μέσω εμβατηρίων και χειροκροτημάτων θα αισθανθεί ένα έντονο σφίξιμο στην καρδιά και θα πέσει κάτω με τη σημαία να τον τυλίγει από πάνω. Αυτή τη φορά δεν είχε καταφέρει να ξεγελάσει τον θάνατο.

* Ο Γεώργιος Σαρρής είναι δημοσιογράφος – μέλος της ΕΣΗΕΑ, τιμηθείς από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας με το Βραβείο Αθ. Μπότση για την αντικειμενική και με πληρότητα παρουσίαση ιστορικών πολιτικών θεμάτων.

Πηγή