Η θλιβερή ιστορία του θρυλικού «πολιτικού ρήτορα» Αρμάνδου Δελαπατρίδη

Γραφική φιγούρα της παλιά καλής Αθήνας, διασκέδαζε όσους βρίσκονταν δίπλα του αλλά πέθανε μόνος και ξεχασμένος

Είναι η εποχή που η Αθήνα, μυρίζει γιασεμί. Τα αυτοκίνητα είναι λιγοστά. Τα προγράμματα των ανθρώπων δεν έχουν καμία σχέση με την τρέλα του σήμερα. Όχι ότι η ζωή ήταν εύκολη τότε. Απλά σίγουρα ήταν πιο όμορφη.

Και την ομόρφαιναν διάφορα μικρά ή μεγαλύτερα πράγματα που έκαναν την καθημερινότητα λίγο πιο ανεκτή απ’ ότι είναι σήμερα.

Ένα από αυτά ήταν και όλοι αυτοί οι περίεργοι και γραφικοί τύποι οι οποίοι, όμως, είχαν μέσα τους μια μοναδική αθωότητα και σίγουρα έλειπε από αυτούς η κακία, γινόντουσαν αγαπητοί απ’ όλους. Έστω και αν οι ιστορίες τους τις περισσότερες φορές δεν είχαν καλή κατάληξη.

Ίσως στην κορυφή αυτής της λίστας φιγουράρει το όνομα του Αρμάνδου Δελαπατρίδη. Σίγουρα το επίθετό του σας προκαλεί διάφορους συνειρμούς σχετικούς με την… πολιτική.

Το χρησιμοποιούμε ακόμα και σήμερα όταν θέλουμε να δείξουμε την πολιτική κενότητα κάποιου ο οποίος μπορεί να μιλάει με τις ώρες αλλά να μη λέει τίποτα το ουσιαστικό. Το χρησιμοποιούμε, δηλαδή, σε πολλές περιπτώσεις!

Μπορεί πρωθυπουργός ή έστω υπουργός, όπως ο ίδιος θα ήθελε, να μην έγινε ποτέ τελικά αλλά ο Δελαπατρίδης για πολλές δεκαετίες ήταν μια αγαπημένη φιγούρα της Αθήνας και σίγουρα κατάφερε να αφήσει το στίγμα του. Απλά όχι με τον τρόπο που ήλπιζε…

Η ιστορία μας ξεκινάει το 1895. Τότε στη Μυτιλήνη γεννιέται ένα μικρό αγοράκι που οι γονείς του δίνουν το όνομα Τηλέμαχος. Σύμφωνα με κάποιες άλλες μαρτυρίες ο Τηλέμαχος Ναταλάκας, γεννήθηκε στη Σμύρνη αλλά στα πρώτα χρόνια της ζωής του, οι γονείς του μετακόμισαν στη μητέρα Ελλάδα και συγκεκριμένη στο νησί της Σαπφούς.

Εκεί ο μικρός Τηλέμαχος έδειξε διάθεση να πάει στο σχολείο και να μάθει γράμματα. Είχε σκοπό, μάλιστα, όταν μεγαλώσει και μαζέψει αρκετά χρήματα να μετακομίσει στην Αθήνα προκειμένου να χτίσει τη δική του ζωή.

Για να το καταφέρει αυτό, άρχισε να δουλεύει σε ένα συμβολαιογραφείο της Μυτιλήνης. Λέγεται, μάλιστα, πως πήρε μέρος στην μικρασιατική εκστρατεία, με το βαθμό του λοχία.

Όλα κυλούσαν ομαλά, μέχρι που τη στιγμή που ο Τηλέμαχος ερωτεύεται.

Πολλές λεπτομέρειες δεν είναι γνωστές. Όλες, όμως, οι ιστορίες που πέρασαν από γενιά σε γενιά αναφέρουν πως η ερωτική απογοήτευση που βίωσε, ήταν τόσο ισχυρή που σημάδεψε τον ψυχισμό του Τηλέμαχου.

Φαίνεται πως σε ένα βαθμό έχασε τα λογικά του. Η κλειστή κοινωνία της Μυτιλήνης, ωστόσο, δεν ανεχόταν συμπεριφορές όπως αυτές που είχε αρχίσει να παρουσιάζει ο Τηλέμαχος και έτσι, μια ημέρα αυτός πήρε το καπελάκι του, μπήκε στο καράβι της γραμμής και ταξίδεψε στην Αθήνα για να κάνει τη ζωή που πάντα ονειρευόταν. Μικρή σημασία είχε που δεν είχε μαζέψει τα λεφτά που ήθελε.

Για κάποια χρόνια, τα πρώτα της παραμονής του στην πρωτεύουσα, τα ίχνη του Τηλέμαχου Ναταλάκα χάνονται. Κανείς δεν ξέρει που και πώς ζει ή πως τα καταφέρνει.

Κάποια στιγμή, το 1925 και ενώ πλέον ο Τηλέμαχος έχει γίνει 30 ετών, ξεκινάνε οι πρώτες αναφορές για έναν καλοντυμένο, ψιλόλιγνο και όμορφο νεαρό και ο οποίος φοράει πάντα το αγαπημένο του ψηλό καπέλο.

Τριγυρνούσε πάντα με περισπούδαστο ύφος και κρατώντας τον χαρτοφύλακά του περνούσε από καφενεία και γειτονιές της Αθήνας χαιρετώντας τους πάντες.

Οι περισσότεροι έβλεπαν αυτή την γραφική φιγούρα με συμπάθεια, ωστόσο, δεν έλειψαν και αυτοί που τον περιγελούσαν και τον κερνούσαν ακόμα και νοθευμένο κρασί προκειμένου να μεθάει ακόμα πιο εύκολα και να τον γελοιοποιούν.

Για τους περισσότερους, όμως, ο Αρμάνδος Δελαπατρίδης όπως είχε γίνει γνωστός ήταν ένας άνθρωπος που χάριζε άπλετο γέλιο. Κάποια στιγμή έγινε τόσο δημοφιλείς που όπου περπατούσε ή στεκόταν (κυρίως στο Σύνταγμα) για να βγάλει τους περίφημους λόγους του μαζευόταν πλήθος κόσμου για να τον ακούσει, να γελάσει και να τον χειροκροτήσει.

Υπήρχαν αναφορές, μάλιστα, πως πλούσιοι Αθηναίοι έστελναν τους υπαλλήλους τους, να παίρνουν τον Δελαπατρίδη και να τον μεταφέρουν με τα πολυτελή τους οχήματα στις βίλες τους προκειμένου να τους διασκεδάζει κατ οίκον. Η πρακτική, αυτή, επικρίθηκε έντονα από τους Αθηναίους που το θεωρούσαν ως τη χείριστη μορφή εκμετάλλευσης ενός ανθρώπου που ήταν εμφανές που είχε ψυχολογικό πρόβλημα. Ο αντίλογος, ωστόσο, ήταν πως από αυτές τις εμφανίσεις ο Δελαπατρίδης έφευγε πάντα καλοντυμένος, χορτασμένος και με κάμποσα χρήματα στις τσέπες του. Και κάπως έτσι κατάφερνε να κυκλοφορεί περιποιημένος και καλοντυμένος στο κέντρο της πρωτεύουσας.

Στις δόξες του ο Δελαπατρίδης είχε φτάσει να υπόσχεται πως θα δημιουργήσει το υπουργείο του Έρωτα και πως θα το στελεχώσει με όσους πιστούς τον ακολουθούν τώρα στις… περιοδείες του.

Εμφανιζόταν ως αρχηγός του κόμματος των Κυανολεύκων, είχε στήσει το στρατηγείο του στο καφενείο Ζαχαράτου (στη θέση που βρίσκεται σήμερα το ξενοδοχείο Athens Plaza), στην Πλατεία Συντάγματος.

Στις ομιλίες του επιχειρηματολογούσε για την ανάγκη σύνδεσης της Ακρόπολης και του Λυκαβηττού με γέφυρα και ανέλυε τους λόγους γιατί είναι επιβεβλημένη η υπόγεια συγκοινωνία μεταξύ Αθήνας και Θεσσαλονίκης!

«Υπάρχουν άνθρωποι οι οποίοι αγνοούν ποιος είναι ο υπουργός των Εσωτερικών (είμαι ένας εξ’ αυτών), αλλά κανείς ο οποίος να αγνοεί τον Α. Δελαπατρίδην. Σε όποιο κέντρο κι αν εμβή, όπου κι αν παρουσιάζεται, ο κόσμος τον υποδέχεται με χειροκροτήματα, του βγάζει το καπέλο και τον προσφωνεί «κύριον Αρχηγόν» ή «κύριον πρόεδρον». Ήρκεσε να εμφανισθή ένα βράδυ του περασμένου καλοκαιριού εις την πλατείαν του Συντάγματος και να εκφωνήση έναν πολιτικό λόγο, ούτε χειρότερον, ούτε καλλίτερον από εκείνους που εκφωνούνται εις την ελληνικήν Βουλήν δια να γίνη αμέσως διάσημος», έγραψε γι΄ αυτόν ο ποιητής Κώστας Ουράνης.

Ήταν τόσο δημοφιλής και αγαπητός ο Δελαπατρίδης που κάποια στιγμή η εφημερίδα «Έθνος» δημοσίευσε δηλώσεις του, με τις οποίες είχε προβλέψει ότι ο Κ. Καραμανλής θα κυβερνούσε τη χώρα, θέση που αν και του… προσφέρθηκε εκείνος την απέρριψε .

-Προσωπικότητες του άλλοτε ένδοξου κόμματος του Ελευθερίου Βενιζέλου με επλησίασαν και μου εζήτησαν να αναλάβω εγώ την αρχηγία. Αρνήθηκα.

-Γιατί; (τον ρώτησε ο δημοσιογράφος).

-Μα τι λέτε; Τρελός είμαι να βγάλω εγώ το φίδι από την τρύπα; Αυτοί που το έβαλαν ας το βγάλουν. Εξάλλου υπάρχει και ο Μαρκεζίνης ο μεγαλύτερος γόης φαρμακερών μάλιστα φιδιών»!

Για τον Καραμανλή, μάλιστα, είχε δηλώσει πως «αυτός ο ερασιτέχνης πολιτικός δεν ξεύρει να εκφωνεί λόγους, αλλά γνωρίζει να πολιτεύεται».

Μια από τις πολλές ιστορίες που κυκλοφορούσαν για εκείνον (όσο δύσκολο είναι διασταυρωθεί κάτι τέτοιο), ανέφερε πως κάποια στιγμή η φήμη του Δελαπατρίδη έφτασε στα αυτιά του πατέρα του στη Μυτιλήνη, ο οποίος ταξίδεψε στην Αθήνα για να διαπιστώσει αν πράγματι ο γιος του είχε τρελαθεί. Λέγεται πως όταν έφτασε στην πόλη και είδε τον Αρμάνδο να ζει αξιοπρεπώς σε ένα ξενοδοχείο, να είναι ντυμένος με καλά ρούχα, να τρώει καθημερινά σε εστιατόριο και να τον γνωρίζει όλος ο κόσμος, επέστρεψε ικανοποιημένος στο νησί του.

Ο δημοσιογράφος Τάσος Κοντογιαννίδης σε παλαιότερο άρθρο του στην εφημερίδα Real News είχε γράψει για μια κακόγουστη φάρσα εις βάρος του Δελαπατρίδη που τον οδήγησε στο να διαβεί το κατώφλι της Βουλής:

«Το 1956, όταν παραιτήθηκε ο Καραμανλής, για να προσφύγει στις κάλπες, ένας φαρσέρ παρέδωσε σημείωμα στον Δελαπατρίδη, ότι τον καλεί ο πρόεδρος της Βουλής να ορκισθεί πρωθυπουργός. Ο Αρμάνδος έβαλε ημίψηλο και φράκο και έσπευσε μ’ ένα τσούρμο ξωπίσω του να φωνάζουν «να μας ζήσεις αρχηγέ!…» Τη στιγμή που έδειχνε στη φρουρά της πύλης το σημείωμα, αποχωρούσε τυχαία ο πρόεδρος της Βουλής Ντίνος Ροδόπουλος. Κατάλαβε τη φάρσα και για να μην τον κακοκαρδίσει, του λέει: «Πρόεδρε, ο βασιλεύς απουσιάζει και ο αρχιεπίσκοπος είναι άρρωστος! Τι λες; Να το αναβάλλουμε;». Ο Αρμάνδος με ικανοποίηση υποκλίθηκε και αποχώρησε.

Λέγεται, πάντως, πως στα σκληρά χρόνια της κατοχής, λόγω των στερήσεων, η διανοητική του κατάσταση επιδεινώθηκε.

Πολλές φορές οι αστυνομικοί, τον συλλαμβάνανε και τον πήγαιναν στο Δαφνί. Επειδή, όμως, ήταν ακίνδυνος οι γιατροί δεν τον κρατούσαν κλεισμένο μέσα αλλά του επέτρεπαν να κάνει τις βόλτες του και να επιστρέφει. Κάθε φορά που έβγαινε έξω δήλωνε: «Κλεισθείς εις το Ψυχιατρείον, κάμω την δήλωσιν ευθύς, πώς παύω πια να πολιτεύωμαι, μέσα στο κράτος μας αυτό. Μόνον την γνώμην μου αν θέλετε, μπορεί να έρχεται καθείς, εις το Δαφνί και ερωτώμενος, προθύμως θα γνωμοδοτώ…».

Από την παλαιά αίγλη του «Σωτήρος της Ελλάδος», ωστόσο, είχε μείνει ένα φθαρμένο κοστούμι κι ένα ξεθωριασμένο ημίψηλο. Όσο περνούσαν τα χρόνια τόσο εκείνος περνούσε στην αφάνεια. Οι παλιοί δεν είχαν διάθεση πλέον να ασχοληθούν μαζί του και οι νεότεροι δεν τον ήξεραν ή αδιαφορούσαν.

Ο Αρμάνδος Δελαπατρίδης πέθανε, ολότελα ξεχασμένος, στο Δημοτικό Νοσοκομείο της Αθήνας, την 1η Ιουνίου 1960, σε ηλικία 65 ετών. Κηδεύτηκε δημοσία δαπάνη, αφού κανείς δεν ενδιαφέρθηκε για εκείνον.

Πηγή