Το άγνωστο νησί του Κορινθιακού που θέλησε να αγοράσει ο Ωνάσης

Τελικά δεν τα κατάφερε και κατέληξε στον Σκορπιό

Ο μεγάλος Έλληνας μεγιστάνας με τον αμύθητο πλούτο και την πολυτάραχη ζωή, είχε ονειρευτεί τον προσωπικό επίγειο παράδεισό του σε μια μικρή κουκίδα γης κατά μεσής της θάλασσας.

Ο Αριστοτέλης Ωνάσης που είχε συνδυάσει το όνομά του με το επιχειρηματικό του δαιμόνιο, τον πλούτο και φυσικά την μεγάλη ζωή, ήταν από τους λίγους μπον βιβέρ, που δεν μετρούσαν τα χρήματά τους όταν επρόκειτο για διασκέδαση και καλή ζωή.

Κάτι που συνέβη και με το θρυλικό νησί του Σκορπιού, στο Ιόνιο, το οποίο έκανε δώρο στον εαυτό του στις αρχές της δεκαετίας του ’60, αντί του ποσού των 3.000.000 δραχμών! Οι περισσότεροι γνωρίζουν ότι ο Σκορπιός ήταν το νησί που ερωτεύτηκε ο Ωνάσης με την πρώτη ματιά, το προσωπικό καταφύγιο που ο ίδιος δημιούργησε και έμελλε να αποτελέσει πόλο έλξης για το διεθνές τζετ σετ.

Αυτό που δεν γνωρίζουν οι περισσότεροι, ωστόσο, είναι το γεγονός ότι ο θρυλικός Σκορπιός αποτέλεσε την δεύτερη επιλογή του Ωνάση, μετά από μια αποτυχημένη προσπάθεια να αγοράσει ένα, άγνωστο μέχρι και σήμερα, νησάκι στον Κορινθιακό κόλπο.

Ο λόγος για το μικρό νησάκι Τριζόνια, το μοναδικό κατοικημένο και το μεγαλύτερο, παρόλο που κι αυτό είναι λιλιπούτειο, από τα συνολικά τέσσερα νησάκια του Κορινθιακού –τα υπόλοιπα είναι τα ερημονήσια Αϊ-Γιάννης, Πρασούδι και Πλανέμι. Σε κοντινή απόσταση από το νομό Φωκίδας, και πιο συγκεκριμένα από τα χωριά Γλυφάδα και Σπηλιά, είναι ένας ονειρικός προορισμός που αξίζει κανείς να ανακαλύψει. Δεν είναι τυχαίο, άλλωστε, το γεγονός ότι από την ομορφιά του νησιού μαγεύτηκε και ο θρυλικός Ωνάσης.

Για την προέλευση της ονομασίας του νησιού οι επικρατέστερες απόψεις είναι τρεις. Η πρώτη θέλει η ετυμολογία του να αποδίδεται στο γεγονός ότι στο νησί υπήρχαν κάποτε πολλά τριζόνια και γρύλοι, ενώ η δεύτερη σχετίζεται με τις τρεις θαλάσσιες πύλες προς το  νησί –μία από το Ιόνιο στα δυτικά, από τον Πειραιά στα ανατολικά και την Πελοπόννησο στα νότια. Τέλος, η τρίτη και τελευταία εκδοχή προέρχεται από την παραφθορά του «τριονήσια», μια λέξη που περιέγραφε το σύμπλεγμα των Τριζονίων, το οποίο αποτελείται από τρία κύρια νησιά: τον Άγιο Ιωάννη, το Πλανέμι και το Πρασούδι.

Για την ιστορία, επί τουρκοκρατίας, υπήρχε στα Τριζόνια λοιμοκαθαρτήριο, ενώ μετά το 1821, το νησί πέρασε στη δικαιοδοσία του Αλή Πασά των Ιωαννίνων.

Το μικρό, πολύχρωμο και ήσυχο νησάκι, η έκτασή του φτάνει μόλις τα 2,5 τ.χλμ. με μέγιστο μήκος τα 3 χλμ. αποτελεί έναν πραγματικό επίγειο παράδεισο. Οι μόνιμοι κάτοικοί του δεν ξεπερνούν του 60-70 κατά την διάρκεια του χειμώνα, ένας αριθμός που δεκαπλασιάζεται κατά την καλοκαιρινή σεζόν.

Τα Τριζόνια βρίσκονται ακριβώς απέναντι από το Αίγιο, γεωγραφικά ανήκουν στην Στερεά Ελλάδα, ενώ διοικητικά στο νομό Φωκίδας. Η πρόσβαση σε αυτά πραγματοποιείται μόνο από θαλάσσης, με βαρκούλες που αναχωρούν από τα γειτονικά χωριά, ενώ η ύπαρξη αυτοκινήτων απαγορεύεται. Η κοντινή απόστασή τους από την Αθήνα, 240 χλμ. τα χωρίζουν από αυτήν, αλλά και η εγγύτητα με την Πελοπόννησο, μόλις 7 ναυτικά μίλια, καθιστούν τα Τριζόνια τον ιδανικό προορισμό για τις αποδράσεις του Σαββατοκύριακου, σε μέρη που δεν έχουν καμία σχέση με πολύβουες πόλεις και δημοφιλείς τουριστικούς προορισμούς.

Μόλις βρεθεί κανείς εδώ μαγεύεται από την απόλυτη και χαρακτηριστική ησυχία και γαλήνη του νησιού, με μόνη «φασαρία» τον παφλασμό των κυμάτων, το κελάηδισμα των τζιτζικιών και τους ήχους των σκαφών και ιστιοπλοϊκών που καταφτάνουν στο νησί. Και φυσικά τις κουβέντες και τα γέλια των επισκεπτών του, οι οποίοι απολαμβάνουν στο έπακρο αυτό που τους προσφέρει απλόχερα το νησί και για το οποίο, άλλωστε, το επιλέξανε για μια απόδραση από το κλεινόν άστυ.

Πρόκειται για ένα καταπράσινο νησί –γεμάτο με ελιές, αμυγδαλιές, αμπέλια, φραγκοσυκιές, δενδροκυπάρισσα, πυκνούς σχίνους, πουρνάρια και ευκάλυπτους– σε σχήμα μισοφέγγαρου, με το δικό του άριστα προφυλαγμένο φυσικό λιμάνι το οποίο αποτελεί αγκυροβόλι για σκάφη και ιστιοπλοϊκά για τους πιο… ψαγμένους ταξιδιώτες που αναζητούν απλές στιγμές ηρεμίας και χαλάρωσης σε έναν υπέροχο προορισμό. Σύμφωνα με παλιούς ναυτικούς, μάλιστα, η απόσταση του νησιού είναι ακριβώς η ίδια τόσο από τον Πειραιά όσο και από την Λευκάδα, δηλαδή 89 ναυτικά μίλια, γι αυτό και δεν είναι λίγοι εκείνοι που ακόμη και σήμερα «χρησιμοποιούν» τα Τριζόνια ως σταθμό διανυκτέρευσης, κατά την διαδρομή Πειραιάς- Λευκάδα.

Ο μοναδικός οικισμός των Τριζονίων αποτελείται από περίπου 50 σπίτια, ενώ είναι χτισμένος στο πιο στενό σημείο του νησιού, στο μυχό ενός ορμίσκου που «βλέπει» στην ακτή της Στερεάς Ελλάδας.

Το «δυναμικό» του θα έλεγε κανείς ότι ανταποκρίνεται πλήρως και στο μέγεθος του νησιού, καθώς ο επισκέπτης εδώ θα συναντήσει το μικρό γραφικό λιμανάκι, μια μαρίνα, μια εκκλησία, λιγοστές ταβέρνες και τέσσερις παραλίες όλες κι όλες.

Αυτές αποτελούνται από την ακτή μπροστά στο λιμανάκι, την Πούντα με την κοκκινωπή αμμουδιά που συναντάται σε απόσταση 2 χλμ. νοτιοανατολικά από το λιμάνι και πρόκειται για την μεγαλύτερη του νησιού, και ακόμη δύο με θέα στις ακτές της Πελοποννήσου, τις Άσπρα Χαλίκια και Καψάλες.

Η συνολική έκτασή του μπορεί να διασχιστεί με τα πόδια μέσα σε μόλις δύο ώρες. Για τους λάτρεις της πεζοπορίας βορειοδυτικά του λιμανιού ξεκινάει μονοπάτι που οδηγεί στο δυτικότερο άκρο του νησιού, στο ακρωτήρι Κοχυλάς, στη θέση Παλιόκαστρο, όπου μπορεί να παρατηρήσει κανείς υπολείμματα μεσαιωνικού πύργου.

Δεν είναι να αναρωτιέται, λοιπόν, κανείς για ποιο λόγο ο Ωνάσης ξελογιάστηκε από τα Τριζόνια και θέλησε να τα κάνει δικά του. Σύμφωνα με τις αναφορές της εποχής του, ο ίδιος όταν έψαχνε να αγοράσει τον δικό του προσωπικό παράδεισο βρέθηκε ουκ ολίγες φορές εδώ με την θρυλική θαλαμηγό του «Χριστίνα».

Όσο κι να προσπάθησε, ωστόσο, ο Έλληνας κροίσος να κάνει δικά του τα Τριζόνια δεν τα κατάφερε ποτέ και έτσι έβαλε πλώρη για άλλο προορισμό, καταλήγοντας στο Ιόνιο και τον θρυλικό Σκορπιό.

Πηγή