Το μοναδικό αντάρτικο πόλης που έβγαλε από τα σπλάχνα του πρόεδρο χώρας

Η δράση, τα φρικτά βασανιστήρια, η ήττα αλλά και η δικαίωση που γνώρισαν οι Τουπαμάρος στην Ουρουγουάη

«Μια μέρα, μέσα σ’ εκείνα τα ατέλειωτα χρόνια, μπόρεσαν να κοιταχτούν στον καθρέφτη: αντίκρισαν έναν άλλον. Αδυνατισμένοι σαν ασκητές, κομματιασμένοι απ’ τα ασταμάτητα βασανιστήρια οι “όμηροι” της στρατιωτικής δικτατορίας της Ουρουγουάης, να τους περιφέρουν από στρατόπεδο σε στρατόπεδο, καταδικασμένους στη μοναξιά ενός κελιού που δεν ήταν μεγαλύτερο από φέρετρο. Δεν μπορούσαν να μιλήσουν ούτε καν με τα αντικείμενα. Γιατί στα κελιά τους δεν υπήρχαν αντικείμενα, δεν υπήρχε τίποτε. Ξάπλωναν πάνω στο παγωμένο τσιμέντο, αλαφιάζονταν από κάθε τρίξιμο της καγκελόπορτας, κάθε ήχο στρατιωτικής μπότας, που  μπορεί να σήμαινε γι’ αυτούς έναν ακόμη κύκλο βασανιστηρίων».

Τα παραπάνω λόγια προέρχονται από τον πρόλογο του σπουδαίου Εδουάρδο Γκαλεάνο στο βιβλίο: «Ροσενκόφ & Ουιδόμπρο, Τουπαμάρος. Ημερολόγιο Φυλακής».

Θα μπορούσε να πει κάποιος πως αυτός είναι ένας ολοζώντανος επίλογος ενός αντάρτικου πόλης, εξαιρετικά διαφορετικού απ’  όλα τα υπόλοιπα που έχουν εμφανιστεί ανά περιόδους σε ολόκληρο τον πλανήτη.

Οι Τουπαμάρος στην Ουρουγουάη, άλλωστε, είναι οι μόνοι (μαζί με τους Ζαπατίστας) που ακόμα και σήμερα που έχουν πάψει δεκαετίες ολόκληρες να υπάρχουν, μπορούν να υπερηφανεύονται πως δεν ήταν μια απλή ένοπλη οργάνωση αλλά ένα ολόκληρο κίνημα που άφησε ανεξίτηλα σημάδια στο «κορμί» ενός λαού.

Οι Τουπαμάρος μετά από σχεδόν δυο δεκαετίες έντονης πολιτικής δράσης, ηττήθηκαν. Κάποιος, ωστόσο, θα μπορούσε να χαμογελάσει με νόημα στο άκουσμα της λέξης «ήττα». Και ίσως όχι άδικα, αν αναλογιστούμε πως μερικά από τα κορυφαία στελέχη της οργάνωσης, μετά την πτώση της σκληρής δικτατορίας της χώρας, έγιναν βουλευτές και υπουργοί, ενώ ο θρυλικός πλέον Πέπε Μουχίκα εκλέχθηκε πρόεδρος της Ουρουγουάης, κάνοντας πράξη πολλά από αυτά για τα οποία οι Τουπαμάρος πολέμησαν με τα όπλα…

Όταν μιλάμε για λατινική Αμερική και πολιτική, τότε στο πρώτο πράγμα που πάει το μυαλό κάποιου είναι η λέξη «δικτατορία»! Οι περισσότερες χώρες σε εκείνη τη γωνιά της γης έχουν ζήσει στο πετσί τους τα απολυταρχικά καθεστώτα. Και όχι μόνο μια φορά…

Μοναδική εξαίρεση, ίσως, είναι η Ουρουγουάη η οποία είχε αυτό που θα λέγαμε «ομαλή πολιτική ζωή». Οι κυβερνήσεις εναλλάσσονταν στην εξουσία μέσα από εκλογές, ο μέσος ουρουγουανός είχε ένα σαφώς ανώτερο βιοτικό επίπεδο σε σύγκριση με οποιονδήποτε άλλο λατινομαερικάνικο λαό και είχε ήδη από τη δεκαετία του 1910 θεσμοθετημένο οκτάωρο, εγγυημένο κατώτατο μισθό, επίδομα ανεργίας, άδειες μετ΄αποδοχών και πολλά άλλα προνόμια που σε άλλες χώρες (ακόμα και ευρωπαϊκές, εκείνη την περίοδο) θεωρούνταν άπιαστο όνειρο.

Ο… «λάκκος στη φάβα», ωστόσο, ήταν πως όλη αυτή η ευμάρεια ήταν επίπλαστη και αυτό γιατί η οικονομία του κράτους δεν στηριζόταν στην ανάπτυξη και την επιχειρηματικότητα αλλά στον κρατικό παρεμβατισμό. Αυτό, με απλά λόγια, σήμαινε πως μια κρίση στα δημοσιονομικά του κράτους θα έκανε ολόκληρο το οικοδόμημα να καταρρεύσει σαν χάρτινος πύργος. Και αυτό ακριβώς έγινε με την οικονομική κρίση που ξέσπασε μετά τον πόλεμο της Κορέας.

Η κυβέρνηση της Ουρουγουάης άρχισε να δανείζεται, το δημοσιονομικό χρέος εκτινάχθηκε και τα υπόλοιπα είναι ιστορία… Είναι ενδεικτικό πως μέχρι το 1965 και μέσα σε μια πενταετία το εθνικό νόμισμα είχε υποτιμηθεί  επτά φορές!

Αργά αλλά σταθερά οι Ουρουγουανοί έβλεπαν, χωρίς οι ίδιοι να ευθύνονται κάπου, τις ζωές τους να φτωχοποιούνται και τους ίδιους καθημερινά να «βουλιάζουν» όλο και περισσότερο στην ανέχεια.

Η πρώτη οργανωμένη αντίδραση έρχεται από τους αγρότες οι οποίοι με ηγέτη του Ραούλ Σεντίκ ιδρύουν ένα μαχητικό συνδικαλιστικό όργανο και στέλνουν στην κυβέρνηση μια σειρά αιτημάτων. Αποφασίζουν, μάλιστα, να πραγματοποιήσουν την, πλέον σήμερα, ιστορική «πορεία προς το Μοντεβιδέο» όπου στα 250 χιλιόμετρα που διένυσαν σταματούσαν σε κάθε χωριό και ξεσήκωναν και εκεί τους αγρότες.

Όταν έφτασαν στην πρωτεύουσα της Ουρουγουάης, ωστόσο, τους περίμενε η ακραία καταστολή. Την επόμενη ημέρα οι συνδικαλιστές ξεκαθαρίσαν πως δεν πρόκειται να διαπραγματευτούν με την κυβέρνηση. Η ληξιαρχική πράξη γέννησης των Τουπαμάρος, είχε υπογραφεί.

Η ιδρυτική συνάντηση πραγματοποιήθηκε κάπου μέσα στο 1963. Τότε ήταν που δημιουργήθηκε και επίσημα το Εθνικό Απελευθερωτικό Κίνημα (MLN)- Τουπαμάρος που πήρε το όνομά του από τον επαναστάτη και μετέπειτα αυτοκράτορα των Ίνκας Τούπακ Αμάρου.

Στην περίοδο της βαθιάς οικονομικής ύφεσης, οι Τουπαμάρος αποφασίζουν να δράσουν με γνώμονα τον κοινό καλό και έτσι απέχουν από τις ένοπλες δράσεις. Επιχειρούν να δημιουργήσουν ένα λαϊκό κίνημα. Και το καταφέρνουν αφού έφτασαν να έχουν την αποδοχή ακόμα και του 40% των Ουρουγουανών.

Η πρώτη περίοδος των Τουπαμάρος που ονομάζεται και «χρόνια της αθωότητας», κομάντος της οργάνωσης, χρησιμοποιώντας την ελάχιστη δυνατή βία πραγματοποίησαν αμέτρητες… απαλλοτριώσεις σε βάρος τραπεζών, πολυεθνικών επιχειρήσεων και εταιρειών τροφίμων. Η λεία των επιθέσεων αυτών στη συνέχεια μοιραζόταν στους φτωχούς. Ενδεικτικό παράδειγμα, η επίθεση μελών του MLN, παραμονές Χριστουγέννων του 1963 σε ένα μεγάλο φορτηγό γεμάτο με τρόφιμα. Οι κομάντος των Τουπαμάρος, ακινητοποίησαν τον οδηγό και στη συνέχεια οδήγησαν το τεράστιο όχημα σε μια παραγκούπολη όπου μοίρασαν τα τρόφιμα στους φτωχούς. Αυτή η κίνηση ήταν μια από τις πολλές που χάρισαν στους Τουπαμάρος την εύνοια των τοπικών κοινοτήτων και μετέτρεψε τις φτωχογειτονιές σε «εχθρικό έδαφος» για τις δυνάμεις καταστολής.

Οι Τουπαμάρος, ωστόσο, γνώρισαν πως σύντομα το κράτος θα στραφεί πάνω τους με όλη του τη δύναμη και γι αυτό προετοιμαζόταν ανάλογα. Για τον λόγο αυτό κατασκευασαν  κάτω από την πόλη του Μοντεβίδεο ένα ολόκληρο δίκτυο από υπόγειες σήραγγες και τούνελ που τους επέτρεπε να κινούνται με άνεση σε ολόκληρη την πρωτεύουσα. Μέσα σε αυτήν την υπόγεια πολιτεία υπήρχαν αυτοσχέδια νοσοκομεία, κοιτώνες όπου οι μαχητές μπορούσαν να ξεκουράζονται, τυπογραφεία για την παραγωγή προπαγανδιστικού υλικού ακόμη και κρατητήρια τα οποία η οργάνωση αποκαλούσε «Φυλακή του Λαού».

Παράλληλα, οργανωνόταν και το ένοπλο κομμάτι όπου πολλοί επιχειρησιακοί πυρήνες ήταν ενταγμένοι σε ένα οριζόντιο οργανωτικό δίκτυο και χωρίζονταν σε «Ομάδες» (4-5 μαχητές), «Λόχους» (40-50 μαχητές) και «Φάλαγγες» (100-120 μαχητές), με τη μεγαλύτερη αντάρτικη δύναμη στρατηγικά τοποθετημένη στο Μοντεβίδεο.

Το 1968, όλα ήταν έτοιμα για τη μάχη που θα ερχόταν. Οι Τουπαμάρος είχαν ξεκαθαρίσει από την αρχή πως το ένοπλο κομμάτι θα ενεργοποιούταν μόνο σε περίπτωση ακραίας καταστολής. Όπως και έγινε.

Τον Ιούνιο εκείνης της χρονιάς, ο πρόεδρος της Ουρουγουάης, Χορχέ Πατσέκο, κήρυξε τη χώρα σε κατάσταση εκτάκτου ανάγκης και ανέστειλε την ισχύ πλήθους άρθρων του Συντάγματος. Η κυβέρνηση φυλάκισε πολιτικούς αντιπάλους, χρησιμοποίησε τακτική βασανιστηρίων στις ανακρίσεις και κατέστειλε βιαίως τις λαϊκές διαδηλώσεις.

Οι Τουπαμάρος απάντησαν άμεσα με ένοπλες επιθέσεις, εκτελέσεις καθεστωτικών αλλά και απαγωγές πολιτικών προσώπων ενώ το 1969 κατάφεραν να καταλάβουν εξ ολοκλήρου την πόλη Πάντο! Την επόμενη τριετία ο πόλεμος ανάμεσα σε κράτος και Τουπαμάρος ήταν αδυσώπητος. Η κυβέρνηση δημιούργησε ειδικές αντιτρομοκρατικές ομάδες στις οποίες συμμετείχαν μέλη της CIA αλλά και των βραζιλιάνικων μυστικών υπηρεσιών.

Μεγαλύτερη επιτυχία αυτών των ομάδων ήταν η προδοσία των Μάριο Πίριζ και Έκτορ Αμόδιο Πέρεζ (ο οποίος ήταν στρατιωτικός διοικητής της Φάλαγγας 15 του Μοντεβίδεο) οι οποίοι έδωσαν στις αρχές ονόματα και διευθύνσεις 100 ανταρτών και αποκάλυψαν την τοποθεσία 30 βάσεων της οργάνωσης, της «Φυλακής του Λαού», ενός νοσοκομείου, αρκετών τυπογραφείων και αποθηκών με πυρομαχικά. Ουσιαστικά οι Τουπαμάρος ουδέποτε συνήλθαν από αυτό το χτύπημα αφού μέσα σε ένα τρίμηνο είχαν σκοτωθεί 100 άτομα και είχαν συλληφθεί τουλάχιστον 700 μαχητές.

Η στρατιωτική ήττα των Τουπαμάρος ήρθε οριστικά με την επιβολή της στρατιωτικής χούντας το 1973. Μια από τις πιο σκληρές δικτατορίες που γνώρισε ποτέ χώρα της λατινικής Αμερικής, εξαπέλυσε μια αδιανόητα βίαιη εκστρατεία κατά των Τουπαμάρος. Ανάμεσα στις χιλιάδες συλλήψεις (κάποιες πηγές κάνουν λόγο για 5.000 άτομα) και αυτές 10 ηγετικών στελεχών του κινήματος οι οποίοι από το ίδιο το καθεστώς έλαβαν τον χαρακτηρισμό των «ομήρων» και όχι των κρατουμένων! Μεταξύ των ομήρων οι Μαουρίσιο Ροσενκόφ, Ελεουτέριο «Νιάτο» Φερνάντες Ουιδόμπρο και βέβαια ο Χοσέ Μουχίκα.

Σκηνή από την ταινία «Μια νύχτα, 12 χρόνια» του Άλβαρο Μπρέχνερ

Επί 12 χρόνια υπεβλήθησαν σε άγρια βασανιστήρια και παρέμειναν έγκλειστοι υπό απάνθρωπες συνθήκες σε διάφορα στρατόπεδα και φυλακές ανά την Ουρουγουάη. Όλα αυτά τα χρόνια φορούσαν υποχρεωτικά  νυχθημερόν τις ίδιες κουκούλες στο κεφάλι, χωρίς καμία οπτική επαφή με τον έξω κόσμο. Τις έβγαζαν ελάχιστα από τα κεφάλια τους. Δεν γνώριζαν ποτέ σε ποιο ακριβώς μέρος τής χώρας κρατούνταν. Είδαν το φως της ημέρας και τον έναστρο ουρανό ξανά περίπου μία δεκαετία μετά τη σύλληψή τους. Αναγκάστηκαν για μεγάλα διαστήματα να τρέφονται σχεδόν αποκλειστικά με έντομα. Τους απαγορεύθηκε για περισσότερο από μία δεκαετία να ουρούν και να αφοδεύουν όποτε αυτοί το είχαν ανάγκη. Το καλοκαίρι απαγορευόταν να κάνουν μπάνιο. Ήταν υποχρεωτικό, ωστόσο, τον χειμώνα. Με παγωμένο νερό. Η όψη τους είχε αλλάξει από το ανελέητο καθημερινό ξύλο.

Ο Χοσέ Μουχίκα την εποχή της σύλληψής του

Η «12χρονη νύχτα» του λαού της Ουρουγουάης, «ξημέρωσε» το 1985 με την αποκατάσταση της δημοκρατίας.  Τότε ήταν που, με τη γενική αμνηστία, απελευθερώθηκαν και τα ηγετικά στελέχη των Τουπαμάρος. Τότε ήταν που ήρθε και η ηθική τους νίκη.

Έξω από τις φυλακές τους περίμενε πλήθος κόσμου που τους αποθέωσε.  Πολλοί από τους πρώην πολιτικούς κρατούμενους λίγα χρόνια μετά πολιτεύτηκαν υπό τη σημαία ενός αριστερού συνασπισμού και κάποιοι από αυτούς, όπως ο Ροσενκόφ και Ελεουτέριο «Νιάτο» έγιναν βουλευτές ή ακόμα και υπουργοί, ενώ ο Μουχίκα έφτασε στο ανώτατο πολιτειακό αξίωμα της Ουρουγουάης και έμεινε στην ιστορία ως ο πιο αγνός, ταπεινός, φτωχός και αγαπητός πρόεδρος της Ουρουγουάης.

Πηγή