Τρεις υπάλληλοι σούπερ μάρκετ μιλούν για τους φόβους και τα παράπονά τους

Από την πρώτη μέρα της πανδημίας, στην πρώτη γραμμή της εξυπηρέτησης των πολιτών

Ο κορονοϊός έχει φέρει μεγάλες αλλαγές στην καθημερινότητά μας, σε προσωπικό και επαγγελματικό επίπεδο. Από τις πρώτες ημέρες της εξάπλωσης του Covid-19, πάρθηκαν από την κυβέρνηση αυστηρά μέτρα για τον περιορισμό της. Επιχειρήσεις έκλεισαν και όσες μπορούσαν ενθάρρυναν την τηλε-εργασία. Ωστόσο, υπάρχουν εργαζόμενοι που την περίοδο της πανδημίας, βρίσκονται κανονικά στο πόστο τους, προσπαθώντας να εξυπηρετήσουν τον κόσμο, σε συνθήκες δύσκολες κι επικίνδυνες ακόμη και για την υγεία τους.

Στους ανθρώπους που βρίσκονται στην πρώτη γραμμή είναι και οι υπάλληλοι στα σούπερ μάρκετ. Είναι και αυτοί οι μικροί ήρωες της δύσκολης καθημερινότητας του κορονοϊού. Όμως, για εκείνους ο κόσμος δεν ανταποδίδει με χειροκρότημα. Αντίθετα, σχεδόν καθημερινά έρχονται αντιμέτωποι με τα νεύρα των πελατών, οι οποίοι ουκ ολίγες φορές ξεσπάνε πάνω τους.

Το newsbeast.gr μίλησε με τρεις εργαζόμενες σε γνωστή αλυσίδα σούπερ μάρκετ και μας περιγράφουν τα όσα δύσκολα βιώνουν αυτή την περίοδο. Κι αν γι’ αυτά τα κορίτσια και τους συναδέλφους τους κάποιοι φείδεστε χειροκροτήματος, τουλάχιστον δείξτε κατανόηση πως είναι εκεί για να σας εξυπηρετήσουν, όταν πολλοί απολαμβάνουν την ασφάλεια του σπιτιού τους. Αυτό τουλάχιστον το μήνυμα θέλουν να στείλουν προς τον κόσμο τα τρία κορίτσια, τα οποία στερούνται για ώρες τις οικογένειές του, ενώ φεύγοντας καθημερινά από το σπίτι τους για τη δουλειά, έχουν την ίδια αγωνία και φόβο: και αν νοσήσω κι εγώ;

Σε κάθε πόλεμο υπάρχει ο αρχηγός, ο στρατηγός και οι απλοί στρατιώτες που βρίσκονται στην πρώτη γραμμή και συνεισφέρουν ο καθένας με τον τρόπο του. Κάτι τέτοιο συμβαίνει και με τους υπάλληλους στα σούπερ μάρκετ και κάπως έτσι σε μορφή μικρής ιστοριούλας, προσπαθεί η Βασιλική να εξηγήσει στη μικρή της κόρη για ποιο λόγο στην καραντίνα εκείνη δε μένει στο σπίτι, όπως οι περισσότεροι.

Στη μικρή αρέσει η ιστορία και περηφανεύεται για τη μαμά της που είναι κι αυτή μια «πολεμίστρια». Και η αλήθεια είναι, όπως μας λέει, πως ειδικά τις πρώτες ημέρες ένιωθε πως ήταν σε πόλεμο. Η Βασιλική είναι προϊσταμένη, αλλά αυτό δε σημαίνει ότι έχει τη βολή του γραφείου της. Αντίθετα, όπως λέει, αυτή την περίοδο δεν θυμάται πόσες φορές έχει ακούσει από πελάτη να φωνάζει: «Πού είναι η προϊσταμένη, να της πω».

Η μεγαλύτερη γκρίνια γίνεται για τα αντισηπτικά. Και οι μονίμως φασαριόζοι είναι οι ηλικιωμένοι, οι οποίοι όχι μόνο δεν πειθαρχούν στο μέτρο μέχρι 2 αντισηπτικά ο καθένας, αλλά κατηγορούν τους υπαλλήλους ότι τα κρατάνε για τους ίδιους. «Προσπαθώ ευγενικά να τους εξηγήσω, αλλά δεν με πιστεύουν. Επιμένουν ότι τα κρατάμε για εμάς για το σπίτι και για τους συγγενείς μας», λέει η Βασιλική.

Και θυμάται ένα περιστατικό με μία γιαγιά που είχε πάει στο σούπερ μάρκετ για να αγοράσει μόνο ένα προϊόν. «Της είπα με ενδιαφέρον να μην κάνει άσκοπες μετακινήσεις για το καλό της υγείας της και μου είπε: κορίτσι μου, τώρα που μας έκλεισαν τις εκκλησίες δεν έχουμε πού αλλού να πάμε. Άμα μας κόψουνε και το σούπερ μάρκετ, πάει χαθήκαμε», μας διηγείται.

Δηλαδή είναι αλήθεια ότι για πολλούς ηλικιωμένους το σούπερ μάρκετ είναι κάτι σαν έξοδος; Όπως μας εξηγεί η Βασιλική, τον πρώτο ειδικά καιρό οι πελάτες ήταν κυρίως ηλικιωμένοι. Τελευταία, έχουν κι εκείνοι περιορίσει τις πολλές άσκοπες μετακινήσεις.

Ρωτήσαμε τη Βασιλική τι νιώθει για όλα όσα βιώνει η ίδια και με αφοπλιστική ειλικρίνεια παραδέχεται πως κυρίως αισθάνεται θυμό. Θυμό γιατί δεν είναι λίγοι οι πελάτες που δείχνουν να μην καταλαβαίνουν ότι αυτή την περίοδο, ειδικά, η δουλειά της είναι δύσκολη, επίπονη σωματικά και συναισθηματικά.

«Κάθε φορά που επιστρέφω στο σπίτι, η κόρη μου τρέχει να πέσει στην αγκαλιά μου κι εγώ την απομακρύνω άτσαλα και μέσα στο φόβο. Μπαίνω τρέχοντας στο μπάνιο να βγάλω τα ρούχα μου να κάνω ένα μπάνιο και μετά να αγκαλιάσω το παιδί μου που κλαίει απ’ έξω. Και όσο σκέφτομαι τι περνάμε καθημερινά, που δουλεύουμε ασταμάτητα, τόσο θυμώνω», λέει η Βασιλική.

Η Σοφία εργάζεται στο σούπερ μάρκετ τα τελευταία 8 χρόνια. Είναι στους διαδρόμους με τα τρόφιμα. Και όπως παραδέχεται, αισθάνεται πως δεν έχει άλλες αντοχές, σωματικές και ψυχικές. «Ξεσπάνε πάνω τα νεύρα μας. Μερικοί συμπεριφέρονται σα να φταίμε εμείς για όλα όσα συμβαίνουν», λέει.

Τις πρώτες ημέρες της απαγόρευσης η Σοφία λέει πως η κατάσταση που επικρατούσε, ήταν σαν να βρίσκονταν σε πόλεμο. «Δεν προλαβαίναμε να γεμίζουμε τα ράφια. Δεν προλαβαίναμε ούτε διάλειμμα να κάνουμε», λέει. Και θυμάται πόσο άναρχη ήταν η κατάσταση που ουκ ολίγες φορές τής ερχόταν να βάλει τα κλάματα.

Μάλιστα, όταν ξεκίνησαν τα μέτρα, η Σοφία μόλις είχε επιστρέψει από άδεια και όλα ήταν ένα χάος. «Νόμιζα πως ήρθε το τέλος», μας λέει. Ο κόσμος θυμάται πως ήταν πανικοβλημένος και όλο αγωνία τους ρωτούσε αν θα εξαντληθούν τα φαγώσιμα. Αγόραζαν ακατάπαυστα ζυμαρικά, αλεύρι και μαγιά. Μάλιστα, όπως λέει: «ποιος θα περίμενε ότι η μαγιά θα ήταν σε έλλειψη». Και είναι και το προϊόν που ζητάνε αυτές τις ημέρες, που είναι να φτιάξουν και τσουρέκια, και δεν τη βρίσκουν. «Πολλοί θυμώνουν που δεν βρίσκουν μαγιά και μας ζητούν εξηγήσεις», λέει.

Στο σούπερ μάρκετ που δουλεύει δεν έχουν σεκιούριτι στην πόρτα και πολλές φορές εκτελεί η ίδια χρέη. Ειδικά, τις πρώτες ημέρες γινόταν «σφαγή». Άλλοι δεν ήθελαν την κάρτα κι επέμεναν να περάσουν έτσι μέσα, άλλοι τσακώνονταν ποιος έχει προτεραιότητα και άλλοι δεν κρατούσαν τις απαραίτητες αποστάσεις.

Όταν ρωτάμε τη Σοφία τι αισθάνεται για όσα βιώνει, μας λέει «εκνευρισμό». Εξηγεί πως καταλαβαίνει ότι είναι μια δύσκολη κατάσταση για όλους, όμως, το παράπονό της είναι που οι πολλοί πελάτες δεν δείχνουν κατανόηση πόσο δύσκολη είναι η δουλειά της αυτή την περίοδο. «Δουλεύουμε ασταμάτητα, χωρίς ρεπό. Τα πόδια μας είναι πρησμένα, κάθε βράδυ επιστρέφω στο σπίτι και πονάει όλο το σώμα μου», λέει με παράπονο.

Η Ελένη είναι ταμίας σε σούπερ μάρκετ και από τις πιο εκτεθειμένες στον ιό, αφού έρχεται σε άμεση επαφή με τους πελάτες, οι οποίοι δεν παίρνουν όλοι τα απαραίτητα μέτρα προστασίας. Μάλιστα, όπως μας λέει, ενώ έχουν τοποθετηθεί πλεξιγκλάς για προστασία, δεν είναι λίγοι εκείνοι που έρχονται από το πλάι.

Από τις πρώτες κιόλας ημέρες, οι ίδιοι έπαιρναν τα μέτρα προστασίας. Ήταν συνέχεια με αντισηπτικό και το οινόπνευμα, με αποτέλεσμα τα χέρια της να σκάσουν, να γίνουν κόκκινα και να πονάνε αφόρητα.

Επειδή το σούπερ μάρκετ είναι σχετικά μικρό, γνωρίζει τους περισσότερους στη γειτονιά. Θυμάται μια ημέρα, ρώτησε μια γνωστή ηλικιωμένη η οποία προ κορονοϊού ήταν καθημερινή πελάτισσα, γιατί κάνει το ίδιο και τώρα και δεν μένει σπίτι της και εκείνη της απάντησε: «Κορίτσι μου, ό,τι ήταν να πάθω, το έπαθα…».

Η Ελένη ζει με τη μητέρα της, η οποία αυτήν την περίοδο έχει μετακομίσει στη γιαγιά της, μιας κι εκείνη δουλεύει σε σούπερ μάρκετ. «Καθημερινά κι από τη στιγμή που ερχόμαστε σε επαφή με κόσμο, είμαστε εκτεθειμένοι. Ο φόβος μήπως νοσήσουμε πάντα υπάρχει, γι’ αυτό και η μητέρα μου μετακόμισε, για την καλύτερη προστασία της», λέει.

Κι αφού κάνει μια μικρή παύση, μας λέει: «Ξέρετε τι μου έχει λείψει περισσότερο αυτές τις ημέρες; Να γυρίσω στο σπίτι και να πω από κοντά τον πόνο μου στη μητέρα μου. Να με πάρει αγκαλιά και να μου πει: υπομονή, κορίτσι μου. Και αυτοί άνθρωποι τρελαμένοι είναι. Υπομονή, μπόρα είναι, θα περάσει».

Πηγή