ΑΧΝΑ: Τα πρώτα Χριστούγεννα στην προσφυγιά

Ήταν παραμονή Χριστουγέννων, χειμώνας του 1974 στον καταυλισμό προσφύγων στο Δάσος της Άχνας. Μόλις τους είχαν δώσει ένα αντίσκηνο για να μπουν μέσα εκείνη, ο σύζυγός της και ο τρίχρονος γιος τους. Από τις 28 Αυγούστου που οι Τούρκοι μπήκαν στην Άχνα, κοιμόντουσαν στο λεωφορείο του πατέρα της, το οποίο εξ ανάγκης είχε μετατραπεί σε χώρο διαμονής. Κάπως έτσι ζούσαν εξάλλου, δεκάδες χιλιάδες άλλοι πρόσφυγες, στον μεγαλύτερο καταυλισμό προσφύγων της Κύπρου.

Ο μικρός Γιώργος κοιμόταν στο αντίσκηνο. Δεν είχαν τίποτε να του προσφέρουν την άλλη μέρα που ξημέρωνε Χριστούγεννα. Όλα είχαν μείνει πίσω στο νεόκτιστο σπίτι στο χωριό. Σκέφτηκε με το μυαλό της και βρήκε ένα μεγάλο τενεκέ, από αυτούς που περιείχαν κοτόπουλο κονσέρβας, που μοίραζε ο Ερυθρός Σταυρός στους Ε/κ πρόσφυγες. Έκοψε ένα μικρό κλαδί πεύκου, έβαλε χώμα στον τενεκέ και στερέωσε το δεντράκι. Ας μην είχε στολίδια. Ήταν ένα μικρό χριστουγεννιάτικο δεντράκι στην προσφυγιά, στη μια γωνιά του μικρού αντισκήνου που με τα ντιβάνια εκστρατείας μέσα, μόλις και τους χωρούσε να μπουν. Την άλλη μέρα, στον καταυλισμό έφτασε μια ομάδα από κυρίες κάποιας ανθρωπιστικής οργάνωσης μεταφέροντας δώρα για τα μικρά παιδιά. Μια από αυτές βρέθηκε μπροστά από το αντίσκηνό τους και έκανε το παραβάν για να δει αν υπήρχε κάποιο παιδί σε αυτό. Είδε μπροστά της την κ. Γιαννούλα και τον τρίχρονο γιο της. Πρόσεξε και εκείνο το μικρό δεντράκι στη γωνιά, στερεωμένο μέσα στον τενεκέ, χωρίς στολίδια. Ένα κλαδί πεύκου.

Προς στιγμή τα έχασε η άγνωστη γυναίκα. «Μα στολίσατε δεντράκι»; Ρώτησε κάπως σαστισμένη. «Ναι, το δώρο για το γιο μας που ξύπνησε πρωί και όταν το είδε έκανε χαρά», ψέλλισε επίσης αμήχανα η κ. Γιαννούλα. Η άγνωστη κυρία έδωσε βιαστικά ένα δώρο στον μικρό τότε Γιώργο και άφησε το παραβάν του αντισκήνου να πέσει. Αυτή η εικόνα, αυτή η σκηνή, παραμένει ανεξίτηλη στη μνήμη της 65χρονης σήμερα κ. Γιαννούλας Γιαννάκη Μούζουρου και είναι η εντονότερη ίσως χριστουγεννιάτικη ανάμνηση που είχε ποτέ. Ήταν τα πρώτα της Χριστούγεννα στην προσφυγιά, όπως και για άλλες 250 χιλιάδες τουλάχιστον Ε/κ. Θυμάται σήμερα, 45 χρόνια μετά, ότι ο πρώτος χειμώνας της προσφυγιάς ήταν πολύ βαρύς. Ταλαιπώρησε τους δυστυχείς πρόσφυγες που ζούσαν σε αντίσκηνα, όχι μόνο στο Δασάκι αλλά και σε όλη την υπόλοιπη Κύπρο, όπου είχαν στηθεί πρόχειροι προσφυγικοί καταυλισμοί.
Καθώς αφηγείται την ιστορία της στον «Φιλελεύθερο» η κ. Γιαννούλα δεν κρύβει τη συγκίνησή της.

«Ήταν πολύ δύσκολα. Να ζήσεις στο αντίσκηνο, να κάνεις μπάνιο ένα μωρό. Να νικήσεις το κρύο, τη βροχή, όλα τα στοιχεία της φύσης. Μα αντέχαμε. Ήμασταν νέοι. Αλλά δεν ήταν γιατί αντέχαμε, πιστεύαμε, όπως μας έλεγαν, πως σύντομα θα γυρίζαμε πίσω στα σπίτια μας. Και έτσι είχαμε ελπίδα. Και η ελπίδα μάς έδινε δύναμη και αντέχαμε τις κακουχίες της προσφυγιάς», μας αφηγείται ακόμη.

Και συνεχίζει λέγοντάς μας για τις 28 Αυγούστου 1974, όταν μπήκαν στην Άχνα οι Τούρκοι με τα τανκ. Στο άκουσμα της προτροπής «φύγετε, φύγετε έρχονται οι Τούρκοι», προκλήθηκε πανικός και όλοι έτρεχαν να βγουν έξω από το χωριό. Ομολογεί ότι η ίδια πάνω στη σαστιμάρα της, (ο άντρας της ήταν στον πόλεμο), παρολίγο να ξεχάσει στο σπίτι της μάνας της όπου έμεναν τον Γιώργο. Τον άρπαξε όπως κοιμόταν, σκεπάζοντάς τον με ένα σεντονάκι και έφυγε τρέχοντας.

Πέρασαν 45 και πλέον χρόνια. Εκείνο το σεντονάκι το φυλάει σαν κειμήλιο. Ο Γιώργος είναι σήμερα 48 ετών. Οι πικρές αναμνήσεις των γεγονότων και των βασάνων της προσφυγιάς τα πρώτα χρόνια, παραμένουν, σαν να ήταν χθες.

Πηγή: Φιλελεύθερος