29χρονη Παραλιμνίτισσα – Επικεφαλής έργων μεγαλουπόλεων στις Ηνωμένες Πολιτείες (εικόνες)

Μέσα από οικολογικούς σχεδιασμούς για την ανθεκτικότητα των πόλεων, νέοι επιστήμονες πρωτοπορούν και καινοτομούν, αλλάζοντας το παγκόσμιο αστικό τοπίο. Μια συμπατριώτισσά μας αρχιτέκτονας-πολεοδόμος είναι επικεφαλής έργων μεταμόρφωσης και προσαρμογής μεγαλουπόλεων στις Ηνωμένες Πολιτείες και σε άλλες χώρες, με βασική κατεύθυνση τη δημιουργία περιβαλλοντολογικής υποδομής για την αντιμετώπιση των επιπτώσεων της κλιματικής αλλαγής. Πρόκειται για τη Δέσπω Θωμά, με σπουδές και διακρίσεις στο Μετσόβιο Πολυτεχνείο της Αθήνας και το Πανεπιστήμιο Κολούμπια της Νέας Υόρκης. Γεννημένη και μεγαλωμένη στο Παραλίμνι, βιώνοντας από πολύ κοντά τις συνέπειες της ημικατοχής, σε μια πατρίδα που απειλείται ολοένα και περισσότερο από τα ακραία καιρικά φαινόμενα, δεν κρύβει την έντονη ανησυχία της για τις νέες κλιματικές πραγματικότητες στο νησί μας.

Σε εκτενή συνέντευξη που παραχώρησε στον «Φ», η κ. Θωμά αναφέρθηκε στις βασικές πτυχές που συνθέτουν την καινούργια αντίληψη στον τομέα του αρχιτεκτονικού-πολεοδομικού σχεδίου και μίλησε ειδικότερα για την επικείμενη διόγκωση του φαινομένου των πλημμυρών στην Κύπρο, παραθέτοντας μια σειρά από εισηγήσεις για την ανθεκτικότητα των κυπριακών χωριών και πόλεων. «Βλέπουμε ότι η κλιματική αλλαγή εν τέλει είναι ένας μεγάλος μεγεθυντικός φακός που φέρνει στην επιφάνεια τους προβληματικούς τρόπους με τους οποίους έχουμε οικοδομήσει τις πόλεις μας», τόνισε ενδεικτικά, επισημαίνοντας ότι «ταυτόχρονα, όμως, είναι και μια τεράστια ευκαιρία να επανασυνδέσουμε τις αστικές περιοχές με τη φύση, καθώς και τους ανθρώπους με το οικοσύστημά τους».

– Η επιλογή του συγκεκριμένου κλάδου για σπουδές και καριέρα οφειλόταν σε τυχαίο γεγονός, σε κάποια συγκυρία ή σε συνειδητή απόφαση από την παιδική ηλικία;
– Η μητέρα μου ως εκπαιδευτικός Βιολογίας και Γεωγραφίας είχε φτιάξει για το σχολείο άπειρα ενημερωτικά φυλλάδια με τη Γη προσωποποιημένη, άρρωστη και με ένα θερμόμετρο στο στόμα. Αυτές οι εικόνες, τότε, στα μάτια μου φάνταζαν απλά ως κωμικές παιδικές εικόνες, που πλαισίωναν τα μαθητικά τετράδια και τίποτα περισσότερο. Τότε, δεν θα μπορούσα με τίποτα να φανταστώ μια επαγγελματική πορεία στηριγμένη γύρω από την κλιματική αλλαγή και το μέλλον των τοπίων και των πόλεών μας. Αλλά να που η ζωή μας επιφυλάσσει πολλές εκπλήξεις. Υποσυνείδητα, το γεγονός ότι μεγάλωσα σε ένα σπίτι (σ.σ. γονείς της είναι οι Λίτσα και Λοΐζος Θωμά, ενώ έχει δύο δίδυμα αδέλφια, τον Γιώργο, αξιωματικό της Εθνικής Φρουράς, απόφοιτο της Σχολής Ευελπίδων, και τη Βασιλική, ασκούμενη δικηγόρο-απόφοιτο της Νομικής Σχολής Αθηνών) γεμάτο με κουβέντες για τη Γη μας, το κλίμα, το νερό και τη φύση σίγουρα έπαιξε ένα πολύ σημαντικό ρόλο στις μετέπειτα αποφάσεις που πήρα. Νομίζω ποτέ δεν πήρα συνειδητά μια απόφαση ότι αυτή ήταν η πορεία που ήθελα να ακολουθήσω, όμως κάθε φορά που επέλεγα το επόμενό μου βήμα, έδινα προτεραιότητα σε αυτό που ένιωθα ότι συμβαδίζει περισσότερο με τη δική μου φιλοσοφία για τη ζωή και το περιβάλλον μας.

– Δηλαδή, δεν βασίζεται στην αντίληψη της «αρχιτεκτονικής ως κτηρίου», αλλά περισσότερο στη διαμόρφωση τοπίου και κοινωνικού χώρου;

– Ναι, κάπως έτσι. Με εντυπωσίαζε πάντα το γεγονός ότι σ’ ένα κομμάτι χαρτί μπορούσα να δημιουργήσω τρισδιάστατους χώρους, να συνθέσω, να διαμορφώσω. Με γοήτευε η γεωμετρία και πριν την αρχιτεκτονική η μεγαλύτερη μου αγάπη ήταν τα μαθηματικά και η φυσική. Δεν ήταν τόσο η καλλιτεχνική πλευρά της αρχιτεκτονικής που με οδήγησε σ’ αυτό τον κλάδο όσο η δυνατότητα να στηριχθώ πάνω σε μορφολογικά στοιχεία για να δημιουργήσω χώρους κοινωνικού και πολιτιστικού βίου. Συνήθως, οι περισσότεροι αρχιτέκτονες ξεκινούν από ένα πολύ καλό υπόβαθρο καλλιτεχνικό, τον σχεδιασμό και την αισθητική. Φαίνεται λοιπόν ότι ξεκίνησα μέσα από μια διαφορετική προσέγγιση.

Είχα την τύχη να μεγαλώσω ανάμεσα σε φιλομαθείς ανθρώπους που δεν διστάζουν να ρωτήσουν τις δύσκολες ερωτήσεις για τα μεγάλα κοινωνικά προβλήματα του τόπου μας και που θα προσπαθήσουν να βρουν τρόπους με τους οποίους μπορούμε όλοι να συνεισφέρουμε σε πιθανές λύσεις. Αυτή η νοοτροπία με ακολούθησε στην Αθήνα όπου σπούδασα Αρχιτεκτονική στο Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο. Εκεί, το να ρωτάς τις σωστές, αλλά και δύσκολες ερωτήσεις για τον ρόλο ενός αρχιτέκτονα μέσα στην κοινωνία έπαιξε πολύ σημαντικό ρόλο. Η σχολή του Μετσοβίου βλέπει την Αρχιτεκτονική ως ένα πεδίο που εκτείνεται πέρα από τον σχεδιασμό ενός «αντικειμένου» όπως το κτήριο, αλλά ως ένα συνθετικό μέσο που κοιτάει με ευαισθησία την κοινωνία και το περιβάλλον και προσπαθεί να συμφιλιώσει αντικρουόμενες συνθήκες και να οδηγήσει στην επίλυση προβλημάτων του αστικού και κοινωνικού βίου.

ΤΟ ΔΙΚΤΥΟ «100 Resilient Cities»

– Είχατε την ευκαιρία να συνεργαστείτε με το δίκτυο «100 Resilient Cities» του Rockefeller Foundation στη Νέα Υόρκη, που αποσκοπεί στη λήψη μέτρων για την ασφάλεια των ανθρώπων μέσα από τη δημιουργία συνθηκών ανθεκτικότητας των πόλεων. Ποια ήταν τα βασικότερα στοιχεία που αποκομίσατε μέσα απ’ αυτή τη σημαντική εμπειρία σας;

– Το δίκτυο «100 Resilient Cities» του Rockefeller Foundation στα πολλά χρόνια λειτουργίας του έπαιξε ένα πολύ σημαντικό ρόλο στον ορισμό τού τι σημαίνει να είναι μια πόλη «Resilient». Πάνω σε αυτό το θέμα είχα ασχοληθεί με τη διάλεξή μου, όπως προανέφερα, οπότε με ενδιέφερε πολύ να παρακολουθήσω στενά τους τρόπους με τους οποίους το δίκτυο αυτό βοήθησε 100 πόλεις ανά το παγκόσμιο, συμπεριλαμβανομένου και της Αθήνας. Στα ελληνικά θα μεταφράζαμε τη λέξη «Resilient» ως ανθεκτικότητα, όμως θα έλεγα ότι η έννοια θα πρέπει να περιέχει και μια μορφή ελαστικότητας και ικανότητας αναπροσαρμογής. Ένα από τα βασικά στοιχεία που αποκόμισα είναι η μέθοδος με την οποία γίνεται η ανάλυση κάθε πόλης και η αναγνώριση ευκαιριών για αύξηση της ανθεκτικότητάς τους. Κάθε πόλη αντιμετωπίζει κάποια «shocks», δηλαδή κάποια ξαφνικά και καταστροφικά συμβάντα (όπως μια πλημμύρα) και κάποια «stresses», δηλαδή κάποιες χρόνιες καταστάσεις που συνεχώς μειώνουν την ικανότητα της πόλης να ανακάμψει (όπως για παράδειγμα κακές υποδομές ή έλλειψη κεφαλαίου). Αυτή η μέθοδος έχει αποδειχθεί πάρα πολύ χρήσιμη για τους δημάρχους αυτών των πόλεων, οι οποίοι βάσει αυτών των πληροφοριών μπορούν να πάρουν καλύτερες αποφάσεις για επενδύσεις και έργα στις πόλεις τους και να θέσουν ένα αποτελεσματικό χρονοδιάγραμμα για το μέλλον.

Πρόταση ανοικοδόμησης του Βαρωσιού

– Σε ποιο θέμα στηρίχθηκε η διπλωματική εργασία σας;

– Μελέτησα το αστικό και τοπιακό περιβάλλον της πόλης της Αμμοχώστου, αναζητώντας τρόπους με τους οποίους η σταδιακή και ευαίσθητη ανοικοδόμηση του Βαρωσιού μπορεί να παίξει ένα ρόλο καταλυτικό για την επιβίωση και την ανθεκτικότητα της πόλης ή για το «resilience», όπως αναφέρεται στα Αγγλικά. Αυτός είναι ένας όρος που μετέπειτα συνάντησα πολλές φορές, σε σχέση με την ανθεκτικότητα των πόλεων απέναντι στις προκλήσεις λόγω της κλιματικής αλλαγής.

– Πρόκειται για μία πολεοδομική-αρχιτεκτονική πρόταση για το Βαρώσι στην περίπτωση λύσης;

– Στην ουσία δεν αφορούσε ακριβώς στο τι θα γίνει μέσα στο Βαρώσι όταν βρεθεί λύση, αλλά αφορούσε στη διαδικασία για το πώς θα ξανανοίξει το Βαρώσι. Βασικά, το μεγάλο θέμα ήταν το πώς θα φτάσουμε από μια κλειστή σε μια ανοιχτή πόλη, μια ολόκληρη διαδικασία που πρέπει να τη σχεδιάσουμε για να είμαστε σίγουροι για την επιτυχία, σαν ένα «παιχνίδι ευκαιρίας», που να στηρίζεται στην ιστορία και τον πολιτισμό της πόλης, στις μνήμες και τις ευαισθησίες του κόσμου της, με βάση την επιστημονική, καλλιτεχνική και οικολογική γνώση. Την εγκατάλειψη, την ερημιά και το σκότος να τα μετατρέψουμε σε πρόκληση ενδιαφέροντος και πρότυπο αναγέννησης μιας πόλης φωτεινής που να θεραπεύει ταυτόχρονα το μεγάλο δράμα.

Και ένα τέτοιο εγχείρημα, όπως είναι η εν γένει αναμόρφωση των πόλεων της Κύπρου, με πρωταρχικό μέλημα την αντιμετώπιση των απειλών από το φαινόμενο της κλιματικής αλλαγής, χρειάζεται πάνω απ’ όλα συλλογικότητα. Με τον συμφοιτητή μου Ζάχο Χατζηλούκα, όταν είχαμε ξεκινήσει την εργασία για το Βαρώσι, στηριχθήκαμε στον όρο «resilience» και με αφετηρία ένα βιβλίο που αναφερόταν στη σημασία της λέξης αυτής. Μετά καταγράψαμε τους ορισμούς που προέρχονται κατά κύριο λόγο από τη φυσική και την ψυχολογία. Βασιστήκαμε σε διάφορα παραδείγματα πόλεων που καταστράφηκαν ή πέρασαν μια σκληρή δοκιμασία, όπως η Γκερνίκα μετά τον Φράνκο, το Βερολίνο μετά την πτώση του τείχους και η Νέα Υόρκη μετά τα τρομοκρατικά χτυπήματα και την πτώση των δίδυμων πύργων. Εν τέλει, καταλήξαμε στο συμπέρασμα ότι η λέξη «resilience» δεν μπορεί να μεταφραστεί και να περιοριστεί μόνο στο νόημα της «ανθεκτικότητας», αλλά έχει μια ευρύτερη έννοια περικλείοντας την ελαστικότητα και την προσαρμογή. Πάνω σ’ αυτές τις τρεις λέξεις στηρίχθηκε η μελέτη για το Βαρώσι.

– Μετά τις σπουδές σας στο Μετσόβιο Πολυτεχνείο, ποιοι είναι οι κυριότεροι σταθμοί που σημάδεψαν τη σπουδαστική και επαγγελματική σας πορεία;

– Ένας καθοριστικός σταθμός στην πορεία μου ως αρχιτέκτονας ήταν οι σπουδές μου στο μεταπτυχιακό πρόγραμμα (σε αρχιτεκτονική και αστικό σχεδιασμό) του Columbia University στη Νέα Υόρκη. Το Πανεπιστήμιο Κολούμπια ήταν η πρώτη επιλογή μου επειδή βρισκόταν στη Νέα Υόρκη, η οποία ήταν μια πόλη-πρόκληση που ήθελα να γνωρίσω και να ζήσω. Εκεί, η έντονα συνεργατική και συλλογική φύση του σχεδιασμού έπαιξε ρόλο κλειδί στο να μεταμορφώσει τον τρόπο σκέψης τόσο εμένα, όσο και μιας νέας γενιάς σχεδιαστών που επαναπροσεγγίζει την πόλη με μια βαθύτερη κατανόηση της φύσης και της οικολογίας, πάντα βέβαια σε συνδυασμό με τα συστήματα κυκλοφορίας, συναλλαγής και οίκησης που συντελούν στη διαμόρφωση του εκάστοτε αστικού χώρου.

Πριν ξεκινήσω σπουδές, το συγκεκριμένο πρόγραμμα (Master of Science in Architecture and Urban Design) ήταν βασισμένο στην στέγαση (housing), με βάση το σκεπτικό ότι η κατοικία αποτελεί το δομικό στοιχείο μίας πόλης. Όταν ξεκίνησα όμως, ήταν η πρώτη χρονιά που ανέλαβε επικεφαλής του προγράμματος η Kate Orff, η οποία εγκαθίδρυσε μια νέα και καινοτόμα αντίληψη για τον αστικό σχεδιασμό που δίνει έμφαση σε δύο θέματα: αυτό που ονομάζουμε «water urbanism», δηλαδή τον σχεδιασμό με το νερό και στο «urban storytelling», δηλαδή στη δημιουργία και σύνθεση αφηγήσεων ενός τόπου μέσω της κινούμενης εικόνας, του κινηματογράφου και του ντοκιμαντέρ.

Ένα δεύτερο μεγάλο και καθοριστικό βήμα στην επαγγελματική μου πορεία ήταν η ευκαιρία να δουλέψω σε κάποια από τα πρώτα και πιο μεγάλα έργα για την προστασία του Μανχάταν από την κλιματική αλλαγή και συγκεκριμένα από την άνοδο της στάθμης της θάλασσας και από πλημμύρες σε παράκτιες περιοχές από μελλοντικούς, πιο ισχυρούς και έντονους τυφώνες. Μέσω του ολλανδικού γραφείου ONE Architecture & Urbanism στη Νέα Υόρκη είχα την ευκαιρία να συνεργαστώ με το γραφείο Bjarke Ingels Group (BIG) πάνω στον τελικό σχεδιασμό και υλοποίηση της πρώτης φάσης της καινοτόμας πρότασης «The BIG U», που προτείνει την ανοικοδόμηση της ακτογραμμής του Lower Manhattan και την ανύψωση πάρκων, δρόμων και άλλων ανοιχτών χώρων για την προστασία γειτονιών, αλλά και του μεγαλύτερου χρηματοοικονομικού κέντρου της Νέας Υόρκης στη Γουόλ Στριτ. Αυτό το έργο έφερε αδιαμφισβήτητα στην επιφάνεια τη σημασία του σχεδιασμού ως συνθετικό στοιχείο για την επίλυση προβλημάτων και την επεξήγηση δύσκολων εννοιών όπως η κλιματική αλλαγή στο ευρύτερο κοινό. Για μήνες συνεργαστήκαμε εκτενώς με διάφορα τμήματα της πόλης, όπως το τμήμα μεταφορών και το τμήμα περιβάλλοντος, έτσι ώστε να καταλήξουμε σε λύσεις που εξυπηρετούν καλύτερα τον στόχο της προστασίας των ακτών και παράλληλα οι λύσεις να μπορούν να ενισχύσουν τα συστήματα μεταφοράς και περιβάλλοντος. Αυτή ίσως είναι για μένα και η πιο σημαντική πτυχή των έργων για την κλιματική αλλαγή: η ευκαιρία για ανοικοδόμηση και ανάπτυξη, παράλληλα με προσαρμογή στην άνοδο της στάθμης της θάλασσας και προστασίας από πλημμύρες.

ΟΙ ΕΜΠΕΙΡΙΕΣ ΒΟΗΘΟΥΝ

– Το γεγονός ότι προέρχεστε από μια μικρή χώρα, με σπουδές σε διαφορετικό εκπαιδευτικό σύστημα (Κύπρου και Ελλάδας) και με εντελώς διαφορετικά στοιχεία που συναποτελούν το πολιτιστικό σας υπόβαθρο, πώς επέδρασε στην προσπάθειά σας να διακριθείτε σ’ ένα έντονα ανταγωνιστικό περιβάλλον, όπως αυτό της Αμερικής;

– Θα έλεγα ότι είχε και εξακολουθεί να έχει πολύ σημαντικό ρόλο. Η Νέα Υόρκη είναι ένα πολυπολιτισμικό κοινωνικό και επαγγελματικό τοπίο που συνεχώς αναζητά νέες ιδέες, νέες αντιλήψεις και διαφορετικά πρότυπα. Προερχόμενη λοιπόν από μια μικρή χώρα, με άλλη γλώσσα και με αρχικές σπουδές σε διαφορετικό εκπαιδευτικό σύστημα, μου επιτρέπει να φέρνω στο τραπέζι μια ολίγο διαφορετική άποψη. Ερχόμενη ίσως από μια χώρα όπως είναι η Κύπρος, μπορώ πιο εύκολα να δω κάποια θέματα από την οπτική γωνία μικρότερων κοινωνικών συνόλων και να προσφέρω λύσεις λίγο πιο ανθρώπινες και πρακτικές. Πολλοί από τους συνεργάτες μου αντιλαμβάνονται την ανάγκη να κοιτάζουμε για παραδείγματα σε αστικά τοπία με μικρότερες πυκνότητες πληθυσμού και με μια πιο στενή σχέση με το περιβάλλον τους. Επομένως, οι εμπειρίες μου με βοηθούν σε μεγάλο βαθμό.

Το παράδειγμα της Βοστώνης

– Εργάζεστε στο βραβευμένο στούντιο SCAPE Landscape Architecture, το οποίο ίδρυσε και διευθύνει η καθηγήτριά σας στο Κολούμπια, Kate Orff, με έδρα το Μανχάταν. Βασική θεωρία του είναι η δημιουργία αειφόρων υποδομών σε αστικά τοπία και δημόσιους χώρους. Ποια έργα του έχουν ξεχωρίσει έως τώρα και σε ποιο ιδιαίτερο τομέα επικεντρώνεται η δική σας συμβολή;

– Αυτόν τον καιρό έχω τη χαρά να εργάζομαι ως Senior Designer στο SCAPE στούντιο, ένα στούντιο αρχιτεκτονικής τοπίου και αστικού σχεδιασμού που έχει σαν βασική αρχή την πεποίθηση ότι ο σχεδιασμός μπορεί να φέρει θετικές αλλαγές σε κοινότητες μέσω της δημιουργίας φυσικών και τεχνητών υποδομών που συνυπάρχουν και ενισχύουν το φυσικό και αστικό τοπίο. Το στούντιο έχει 4 βασικές αρχές, οι οποίες του δίνουν ένα χαρακτήρα ακτιβιστικό και κόντρα στο κεκτημένο: 1) Η συνύπαρξη με άλλους και διαφορετικούς ανθρώπους, αλλά και με ζώα και φυτά. 2) Ο σχεδιασμός με γνώμονα την κλιματική αλλαγή. 3) Η αναζωογόνηση φυσικών συστημάτων που έχουν χαθεί με την έντονη αστικοποίηση. 4) Η οικοδόμηση επιμορφωτικών και ουσιαστικών σχέσεων με τις τοπικές κοινότητες. Αυτές οι αρχές οριοθετούν ένα πολύ παραγωγικό περιβάλλον εργασίας. Η έμφαση της δικής μου συμβολής είναι στον αστικό σχεδιασμό, την κλιματική αλλαγή και την επικοινωνία με τις τοπικές κοινότητες.
Τον περασμένο χρόνο, το στούντιο συνεργάστηκε με την πόλη της Βοστώνης για τη δημιουργία ενός μελλοντικού οράματος, όπου η πόλη με μια σειρά έργων θα αναπροσαρμοστεί στην άνοδο της στάθμης της θάλασσας και θα οικοδομήσει παραλιακά πάρκα και άλλες υποδομές για την προστασία των κοινοτήτων από μελλοντικούς τυφώνες. Το έργο υπό την ονομασία «Resilient Boston Harbor Vision» και υπό την αιγίδα του δημάρχου της Βοστώνης, Martin J. Walsh, οδήγησε στο επόμενο έργο του γραφείου στην Βοστώνη «Climate Ready Dorchester», το οποίο έχω τη χαρά να είμαι επικεφαλής αυτό τον καιρό.

– Σε ποιες βασικές ιδέες στηρίζεται η ανάπτυξη του έργου;

– Το έργο «Climate Ready Dorchester» επικεντρώνεται στην ανάπτυξη προτάσεων για τους τρόπους με τους οποίους η πόλη της Βοστώνης και η πολιτεία της Μασαχουσέτης μπορούν να ανοικοδομήσουν τα πολύ χαμηλά σημεία της ακτογραμμής του Dorchester έτσι ώστε να προστατεύσουν τους κατοίκους, ενώ ταυτόχρονα να δημιουργήσουν ένα όραμα για το πώς θα μοιάζει η πόλη το 2100. Μια από τις σημαντικότερες πτυχές του έργου είναι η έμφαση που έχει δώσει η ομάδα μας στην ουσιαστική επικοινωνία με τις τοπικές κοινότητες. Μέσα από διαδραστικές και επιμορφωτικές δράσεις προσπαθούμε να εξηγήσουμε δύσκολες έννοιες, όπως η κλιματική αλλαγή, στους κατοίκους της περιοχής. Χρησιμοποιούμε εργαλεία όπως διαδραστικά μοντέλα, χάρτες και virtual reality για να εξηγήσουμε σε μικρούς και μεγάλους πότε και με ποιο τρόπο μπορεί να πλημμυρίσει μέρος της γειτονιάς τους. Αυτό μας βοηθά να καταλάβουμε τι έχει προτεραιότητα για τους κατοίκους και τι θα θέλουν να βελτιώσουν στις κοινότητές τους, μια μέθοδος που έχει αποδειχθεί εξαιρετικά αποτελεσματική για την επιτυχία μεγάλων έργων όπως αυτό.

– Ανάμεσα στις πολυσχιδείς επαγγελματικές δραστηριότητές σας, έχετε διατελέσει επικεφαλής διεπιστημονικών ομάδων ανάπτυξης έργων και σχεδίων για μεγάλα αστικά κέντρα στις ΗΠΑ (Νέα Υόρκη, Βοστώνη, Σαν Φρανσίσκο), αλλά και πόλεων της Νοτιοανατολικής Ασίας, όπως η πόλη Σεμαράνγκ στην Ινδονησία. Ποια είναι η δική σας φιλοσοφία για την Αρχιτεκτονική, ποιο ρόλο έχει στους σχεδιασμούς σας ο βιοκλιματισμός και ποια είναι η βασική αντίληψη που διέπει το έργο σας;

– Έχοντας διατελέσει επικεφαλής διεπιστημονικών ομάδων στο Σαν Φρανσίσκο για τον διαγωνισμό Resilient By Design Bay Area Challenge και στην Ινδονησία για το πρόγραμμα Water As Leverage Resilient Cities Asia έχω συμπεράνει ότι ο σχεδιασμός είναι ένα από τα πιο χρήσιμα εργαλεία που έχουμε στη διάθεσή μας. Για την επίλυση τέτοιων προβλημάτων, πρέπει να έρθουν στο τραπέζι σχεδιαστές, μηχανικοί, αρχιτέκτονες, πολεοδόμοι, οικολόγοι, πολιτικοί, κοινωνιολόγοι, πολίτες και τόσοι άλλοι. Ο καθένας έχει τη δική του γλώσσα και τις δικές του προτεραιότητες. Εδώ είναι που ένας σχεδιαστής μπορεί να προσφέρει τις συνθετικές του ικανότητες και να βοηθήσει αυτήν την ομάδα να καταλάβουν καλύτερα ο ένας τον άλλον και να βρουν ομόφωνες και ολοκληρωμένες λύσεις. Γι’ αυτό, πιστεύω ότι εξαιτίας της κλιματικής αλλαγής, ο ρόλος αρχιτεκτόνων και σχεδιαστών έχει πάρει μια πολύ χρήσιμη και απαραίτητη λειτουργία.

Πηγή: Philenews

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
ΠΑΡΑΛΙΜΝΙ: Σήμερα προσφέρουμε το περίσσευμα του φαγητού μας σε άπορες οικογένειες