Σε 6 χρόνια φυλάκιση ο κατηγορούμενος από την Σωτήρα Αμμοχώστου σχετικά με την υπόθεση των καλωδίων της CYTA

Πρώην υπάλληλος της Cyta από την Σωτήρα Αμμοχώστου καταδικάσθηκε σε κάθειρξη έξι ετών για κλοπή καλωδίων, συνολικής αξίας 973.983,40 ευρώ. Ο 38χρονος παραδέχτηκε ενοχή στην υπόθεση αναφέροντας ότι τα κλοπιμαία καλώδια τα πωλούσε σε κάποιους Τουρκοκύπριους, ενώ, σύμφωνα με τον ίδιο, οικειοποιήθηκε περί τις 60 χιλιάδες ευρώ… Σε θεληματική του κατάθεση παραδέχτηκε ότι το ακριβό αυτοκίνητο το αγόρασε με μετρητά, 23 χιλιάδες ευρώ, προϊόν της κλοπής. Επιπλέον, δέχτηκε ότι χρησιμοποιούσε υπογραφές των συναδέλφων του στις επιστροφές «άχρηστων» καλωδίων, ενώ στην πραγματικότητα επρόκειτο για τις ποσότητες των καλωδίων που έκλεβε. Στις 12 Μαρτίου 2011, ο κατηγορούμενος συνελήφθη και αφού του επιστήθηκε η προσοχή στον Νόμο, απάντησε «παραδέχομαι, έτσι έκαμα».

Τα έκαιγε και πωλούσε τον χαλκό…
Σύμφωνα με τα γεγονότα της υπόθεσης, ο 38χρονος υπήρξε υπάλληλος της Cyta από το 1995 και κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν υπεύθυνος για την περιφερειακή αποθήκη Αμμοχώστου, στο Παραλίμνι. Στο πλαίσιο των καθηκόντων του, παραλάμβανε υλικά για τις διάφορες υπηρεσίες της Cyta και η παραλαβή γινόταν από τις αποθήκες στο Δάλι και στη Λάρνακα. Τα υλικά παραλαμβάνονταν από τον κατηγορούμενο με καθορισμένο έντυπο και χρεώνονταν στη συνέχεια από τον κατηγορούμενο σε διάφορες Υπηρεσίες της Cyta, με δεύτερο έντυπο.Όλες οι διακινήσεις καταχωρούνταν, επίσης, στο ηλεκτρονικό σύστημα. Στο πλαίσιο προκαταρκτικού ελέγχου που διενήργησε η Cyta το Μάρτιο του 2011, που αφορούσε στη μεταφορά και διαχείριση καλωδίων, διαφάνηκαν παρατυπίες στα έντυπα διακίνησης των καλωδίων και κλοπή μεγάλης ποσότητας από αυτά, περιουσίας της Cyta. Ακολούθησε εκτενής έλεγχος στην αποθήκη στο Παραλίμνι, ευθύνης του 38χρονου, και διαπιστώθηκε η απουσία σωρείας εντύπων.

Διευθετήθηκε συνάντηση μεταξύ δύο υπαλλήλων της Cyta -μάρτυρες κατηγορίας επί του κατηγορητηρίου- και του κατηγορούμενου, κατά την οποία ο τελευταίος παραδέχθηκε τη διενέργεια εικονικών πράξεων για την εκμετάλλευση καλωδίων, ενώ στην ουσία μετέφερνε τα καλώδια στο χωριό Σωτήρα, όπου, σύμφωνα με όσα ο κατηγορούμενος ανέφερε στους δύο υπαλλήλους της Cyta, τα έκαιγε και πωλούσε τον χαλκό. Τα έντυπα συμπληρώνονταν με λανθασμένα στοιχεία και χρέωνε τα κλαπέντα καλώδια σε εργολάβους που εκτελούσαν έργα της Cyta. Με τον τελικό έλεγχο διαπιστώθηκε η κλοπή καλωδίων συνολικής αξίας 973.983,40 ευρώ. Σημειώνεται ότι ο κατηγορούμενος απαλλάχθηκε για άλλες 136 κατηγορίες που αφορούσαν στα αδικήματα της πλαστογραφίας και κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου, κατόπιν καταχώρησης αναστολής ποινικής δίωξης.

Τον εκμεταλλευόταν η μνηστή του:
Ο συνήγορος του κατηγορούμενου, αγορεύοντας προς μετριασμό της ποινής του πελάτη του, επικαλέστηκε το λευκό ποινικό του μητρώο, την άμεση παραδοχή των ατασθαλιών του και τη συνεργασία που επέδειξε στην Αστυνομία για την πλήρη εξιχνίαση της υπόθεσης. Επίσης, επικαλέστηκε την έκθεση του Γραφείου Ευημερίας και την κατάσταση της υγείας του πελάτη του, παρουσιάζοντας ιατρικές βεβαιώσεις. Σε ό,τι αφορά τα αδικήματα που διέπραξε, προέβαλε ως δικαιολογία ότι ο σκοπός του ήταν να βοηθήσει οικονομικά τη μνηστή του, η οποία, όμως, όπως αποδείχτηκε στη συνέχεια, «τον εκμεταλλευόταν», όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται στην απόφαση του δικαστηρίου.

«Καταχράστηκε την εμπιστοσύνη της ΑΤΗΚ»:
Ο πρόεδρος του Επαρχιακού Δικαστηρίου, Μιχάλης Χριστοδούλου, επιβάλλοντας την ποινή φυλάκισης στον κατηγορούμενο, τόνισε τα εξής: «Η ΑΤΗΚ ευεργέτησε τον κατηγορούμενο προσλαμβάνοντάς τον αρχικά ως βοηθό γραφείου και στη συνέχεια προάγοντάς τον στη θέση του υπεύθυνου αποθήκης. Τον περιέβαλε επομένως με εμπιστοσύνη και του ανέθεσε τη φύλαξη περιουσιακών της στοιχείων μεγάλης αξίας, εμπιστοσύνη που ο κατηγορούμενος καταχράστηκε. Εκμεταλλευόμενος τη δυνατότητα που του παρείχε η θέση του, συστηματικά για περίοδο 11 μηνών έκλεβε από την αποθήκη του εργοδότη του χαλκοκαλώδια, τα οποία στη συνέχεια έλιωνε και πωλούσε τον χαλκό σε αγορά, στα κατεχόμενα, φροντίζοντας να καλύψει τις κλοπές με πλαστογραφίες εγγράφων. Καταχράστηκε, επομένως, βάναυσα την εμπιστοσύνη του εργοδότη του, από τον οποίο έκλεψε, συνολικά, περιουσιακά στοιχεία αξίας ενός περίπου εκατομμυρίου ευρώ, τα οποία σε τελευταία ανάλυση ήταν περιουσία του κράτους, καθότι η ΑΤΗΚ είναι δημόσιος οργανισμός κοινής ωφελείας». Πηγή: ΣΗΜΕΡΙΝΗ