Επ. Αμμοχώστου Η συγκλονιστική μαρτυρία μιας νοσοκόμας που νόσησε με κορωνοϊό

Πως περιγράφει τα όσα πέρασε στον "Φιλελεύθερο"

Εφιαλτικές στιγμές έζησε νοσοκόμα απο την επαρχία μας, η οποία νόσησε με κορωνοϊό

«Εκείνη την ημέρα ήμουν ρεπό από το νοσοκομείο, αλλά όταν ξύπνησα ένιωθα κομμένη. Με το που σηκώθηκα από το κρεβάτι, ένιωσα πόνους -κατ’ ακρίβεια κάτι σαν κράμπες στα κάτω μου άκρα. Στο νοσοκομείο που εργάζομαι μας είχαν ήδη μιλήσει για τα συμπτώματα του κορωνοϊού. Καθώς τηλεφωνούσα του συζύγου μου που ήταν στο περιβόλι, τα μάτια μου ήταν γεμάτα δάκρυα. Σκεφτόμουν εκείνον, τα μικρά μας τα μωρά.’ ‘Έλα γρήγορα σπίτι”, του είπα. Καθώς ταξιδεύαμε προς Λάρνακα, κατάπινα τα δάκρυα μου, να μην καταλάβει ο σύζυγος μου ότι έκλαιγα».

Για τη νεαρή νοσοκόμα, η μέρα που περιγράφει, λίγες μέρες πριν από το Πάσχα, ήταν η απαρχή μιας εφιαλτικής περιόδου στη ζωή της. Μια περίοδος που την τρόμαξε και την «πότισε φαρμάκια πολλά». Σήμερα η κοπέλα είναι μια χαρά και ζει όσο μπορεί, τη φυσιολογική ζωή που είχε και πρώτα, μαζί με τα παιδάκια και τον σύζυγο της. Θέλησε όμως, να μιλήσει στον «Φ» και να στείλει μηνύματα για τον κοινωνικό στιγματισμό, «που έφτασε στα όρια απάνθρωπου ρατσισμού», επειδή νόσησε με κορωνοϊό.

Μετά το τεστ που βγήκε θετικό, αποφασίστηκε να παραμείνει υπό περιορισμό και να λαμβάνει φαρμακευτική αγωγή σε συγκεκριμένο χώρο. Σε άλλο χώρο, παρέμειναν υπό 14ήμερο περιορισμό ο σύζυγος της και τα παιδιά. «Δεν το ήθελα», ήταν τα πρώτα λόγια που κατόρθωσε να ψελλίσει στον σύζυγο της, όταν ήταν επίσημο ότι είχε κορωνοϊό.
Ο χώρος που διέμενε και ο χώρος που διέμενε ο σύζυγος της με τα παιδιά ήταν κοντά και οι ίδιοι επικοινωνούσαν εξ αποστάσεως. «Τη δεύτερη ή τρίτη μέρα που σταμάτησα να πηγαίνω εργασία και έμεινε όλη η οικογένεια περιορισμένη, από μακριά μου φώναξε ο άντρας μου και μου είπε ανήσυχος “νομίζω το έμαθαν στο χωριό, συζητούν για εμάς”». Στη συνέχεια, κατάλαβε και η ίδια τι γινόταν στο περιβάλλον γύρω της. «Κάποιες φίλες μου με τις οποίες μιλούσαμε κάθε μέρα σχεδόν, εξαφανίστηκαν. Ήταν όμως και πολλοί συγγενείς που χάθηκαν ξαφνικά και όχι μόνο τότε, αλλά και μέχρι σήμερα, δεν πήραν έστω ένα τηλέφωνο, να ρωτήσουν την οικογένεια αν είναι καλά».

«Δόξα τω Θεώ, ούτε ο σύζυγος μου, αλλά ούτε και τα μωρά κόλλησαν από εμένα. Αλλά δεν θα ξεχάσω μια μέρα που ο άντρας μου εκτός εαυτού, ούρλιαζε και φώναζε σε κάποιον στο τηλέφωνο, “Μα επελλάνετε μεσ’ το χωριό; Να φύγω από το σπίτι για να προστατέψω τα μωρά; Μα από τη μάνα τους να προστατέψω τα μωρά; Να αφήσω τη γυναίκα μου μόνη της και να μην βλέπει έστω από μακριά, από το παράθυρο τα μωρά; Να τους πεις να φύγουν αυτοί που το χωριό”».

Κάποια στιγμή, σταμάτησε να ακούει και να βλέπει ειδήσεις. «Ήταν φορές που σκέφτηκα να πάρω τηλέφωνο σε ένα δελτίο και να τους πω: “Σταματάτε ρε. Για εμάς μιλάτε. Οι αριθμοί που πασχίζετε να αναγγείλετε πρώτοι στα δελτία σας είναι ψυχές. Είμαστε εμείς που σας ακούμε. Σταματάτε επιτέλους. Κάνατε τον κόσμο τρελό από τον φόβο του. Φοβούμαι ότι κάποια νύχτα, θα σπάσουν την πόρτα και να με σκοτώσουν, επειδή κόλλησα κορωνοϊό!”».

Για το σύζυγο και την ίδια ο κόσμος άλλαξε μετά που τέλειωσε η καραντίνα και βγήκαν έξω, στην κοινωνία, στο περιβάλλον του χωριού τους, στην ελεύθερη Αμμόχωστο. «Ερχόταν σπίτι και μιλούσε σαν αγρίμι. «Πήγα στο μανάβικο και όλοι έκοβαν μέτρα μακριά μου και ψουψούριζαν πίσω μου». «Να περάσουν όλα αυτά και θα τα πουλήσω όλα. Να πάμεν αλλού. Δεν αντέχω να συνεχίσουμε να ζούμε εδώ».

Είπαμε τόσα πολλά με τη νεαρή νοσοκόμα και κατά διαστήματα και με τον σύζυγο της. Πολλά δεν μπορούν να γραφτούν από τη στιγμή που ήθελαν να τηρηθεί εχεμύθεια, διότι μετά θα αναγκαστούν να μετακομίσουν όντως από το χωριό όπου διαμένουν. Ωστόσο, το τελευταίο που μας τόνισαν, μπορεί να γραφτεί: «Τόση μικροψυχία, τόση χαιρεκακία και τόση κοινωνική ανευθυνότητα που ξεπερνά τα όρια της αναισθησίας όταν της δοθεί η ευκαιρία, πού τα βρήκε η κυπριακή κοινωνία;».

Πηγή: Φιλελεύθερος