Η απόφαση του Ντόναλντ Τραμπ να επιτρέψει εκ νέου την εισαγωγή ρωσικού ντίζελ στις Ηνωμένες Πολιτείες εξελίσσεται σε μια πολύ ευρύτερη διπλωματική και πολιτική αντιπαράθεση, με επίκεντρο πλέον όχι μόνο τις οικονομικές κυρώσεις κατά της Μόσχας αλλά και τη δυνατότητα της Ουκρανίας να συνεχίσει τα πλήγματα εναντίον των ρωσικών ενεργειακών υποδομών. Μέσα σε λιγότερο από 72 ώρες, ο Αμερικανός πρόεδρος ανακοίνωσε συμφωνία με τον Βλαντίμιρ Πούτιν για τη διάθεση εκατομμυρίων τόνων ρωσικού ντίζελ στις διεθνείς αγορές, επιτέθηκε εκ νέου στον Βολοντίμιρ Ζελένσκι και, το βράδυ της Κυριακής 11 Οκτωβρίου, υποστήριξε ότι Ρωσία και Ουκρανία έχουν συμφωνήσει σε άμεση κατάπαυση των επιθέσεων κατά ενεργειακών εγκαταστάσεων. Μόνο που η συγκεκριμένη ανακοίνωση δεν συνοδεύτηκε από αντίστοιχη επιβεβαίωση της Μόσχας ή του Κιέβου, ενώ οι ρωσικοί βομβαρδισμοί κατά ουκρανικών υποδομών
συνεχίστηκαν.
Η αμερικανική πρωτοβουλία εκδηλώνεται σε μια ιδιαίτερα κρίσιμη συγκυρία για τον Λευκό Οίκο. Ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή και οι σοβαρές διαταραχές στην παγκόσμια αγορά ενέργειας έχουν οδηγήσει τις τιμές των καυσίμων σε επίπεδα που επιβαρύνουν σημαντικά την αμερικανική οικονομία, με το ντίζελ να καταγράφει αύξηση σχεδόν 70% από την έναρξη της σύγκρουσης με το Ιράν. Μόλις τρεις εβδομάδες πριν από τις ενδιάμεσες εκλογές της 3ης Νοεμβρίου, η κυβέρνηση Τραμπ αναζητεί τρόπους να αυξήσει την προσφορά καυσίμων και να περιορίσει το κόστος μεταφορών και παραγωγής. Η Ρωσία εμφανίζεται πλέον ως ένας από τους προμηθευτές που μπορούν να συμβάλουν, έστω και περιορισμένα, σε αυτή την προσπάθεια, παρά το γεγονός ότι οι αμερικανικές κυρώσεις είχαν σχεδιαστεί ακριβώς για να περιορίσουν τα έσοδα της Μόσχας από τις ενεργειακές εξαγωγές της.
Η συμφωνία για το ντίζελ και η πρώτη χαλάρωση των κυρώσεων
Η αρχή έγινε την Παρασκευή 9 Οκτωβρίου, όταν ο Ντόναλντ Τραμπ ανακοίνωσε ότι κατέληξε σε συμφωνία με τον Βλαντίμιρ Πούτιν για τη διοχέτευση πρόσθετων ποσοτήτων ρωσικού ντίζελ στις διεθνείς αγορές. Σύμφωνα με τις αμερικανικές ανακοινώσεις, η Μόσχα δεσμεύθηκε να διαθέσει άμεσα περισσότερους από 300.000 τόνους, ακόμη 500.000 τόνους εντός του Νοεμβρίου και ένα εκατομμύριο τόνους τον Δεκέμβριο. Ο Αμερικανός πρόεδρος αναφέρθηκε επίσης στην προοπτική διάθεσης επιπλέον τριών εκατομμυρίων τόνων σε μεταγενέστερο στάδιο, εφόσον εκπληρωθούν συγκεκριμένες προϋποθέσεις. Πρόκειται για συνολικές εξαγγελίες που υπερβαίνουν τους 4,8 εκατομμύρια τόνους, χωρίς ωστόσο να έχουν δημοσιοποιηθεί πλήρως τα χρονοδιαγράμματα παράδοσης, οι εμπορικοί όροι ή οι τελικοί αγοραστές.
Την ίδια ημέρα, το αμερικανικό υπουργείο Οικονομικών προχώρησε στην έκδοση της ειδικής άδειας General License 135 μέσω της Υπηρεσίας Ελέγχου Ξένων Περιουσιακών Στοιχείων, της OFAC. Με την απόφαση αυτή επιτρέπονται συγκεκριμένες συναλλαγές που αφορούν την πώληση, τη μεταφορά, την εκφόρτωση και την εισαγωγή ντίζελ ρωσικής προέλευσης, συμπεριλαμβανομένης της εισαγωγής του στις Ηνωμένες Πολιτείες. Η άδεια ισχύει μέχρι τις 7 Απριλίου 2027 και δεν καταργεί συνολικά το αμερικανικό καθεστώς κυρώσεων κατά του ρωσικού ενεργειακού τομέα. Δεν επιτρέπει επίσης συναλλαγές που θα αναιρούσαν τους περιορισμούς σε δεσμευμένα περιουσιακά στοιχεία της ρωσικής κεντρικής τράπεζας και άλλων κρατικών φορέων.
Η συγκεκριμένη εξέλιξη έχει ιδιαίτερη πολιτική βαρύτητα, καθώς οι Ηνωμένες Πολιτείες είχαν απαγορεύσει από το 2022 τις εισαγωγές ρωσικών ενεργειακών προϊόντων, μετά την έναρξη της πλήρους κλίμακας εισβολής στην Ουκρανία. Τέσσερα και πλέον χρόνια αργότερα, η Ουάσιγκτον δημιουργεί μια προσωρινή εξαίρεση που επιτρέπει στη Μόσχα να επανέλθει, υπό προϋποθέσεις, στην αμερικανική αγορά καυσίμων. Η μεταβολή δεν σηματοδοτεί γενική αποκατάσταση των οικονομικών σχέσεων των δύο χωρών, αποτελεί ωστόσο μια ουσιαστική διαφοροποίηση της αμερικανικής πολιτικής απέναντι σε έναν από τους βασικότερους τομείς χρηματοδότησης της ρωσικής οικονομίας.
Για τον Βλαντίμιρ Πούτιν, η απόφαση αποκτά σημασία και πέρα από τα άμεσα οικονομικά οφέλη. Η Ρωσία βρίσκεται πλέον στη θέση να διαπραγματεύεται με τις Ηνωμένες Πολιτείες την επαναφορά μέρους των ενεργειακών της εξαγωγών, ενώ ο πόλεμος στην Ουκρανία συνεχίζεται και οι περισσότερες δυτικές κυρώσεις παραμένουν σε ισχύ. Το προηγούμενο που δημιουργείται είναι πολιτικά σημαντικό, καθώς συνδέει την αντιμετώπιση της ενεργειακής κρίσης με τη δυνατότητα επιλεκτικής χαλάρωσης κυρώσεων, χωρίς αυτή να προϋποθέτει μια συνολική ειρηνευτική συμφωνία.
Οι τιμές του πετρελαίου και η πραγματική επίδραση της συμφωνίας
Η ανακοίνωση της αμερικανορωσικής συμφωνίας προκάλεσε άμεση αντίδραση στις αγορές διυλισμένων καυσίμων, με τις μεγαλύτερες απώλειες να καταγράφονται στα συμβόλαια του ντίζελ. Στις Ηνωμένες Πολιτείες, τα συμβόλαια εξαιρετικά χαμηλής περιεκτικότητας σε θείο, γνωστά ως ULSD, υποχώρησαν περίπου 4,1%, ενώ στην ευρωπαϊκή αγορά τα συμβόλαια gasoil κατέγραψαν πτώση περίπου 4,7%, με την τιμή του συμβολαίου Οκτωβρίου να εμφανίζεται κοντά στα 1.439 δολάρια ανά τόνο. Η εξέλιξη αντανακλούσε την προσδοκία ότι η διάθεση πρόσθετων ποσοτήτων ρωσικού καυσίμου θα μπορούσε να περιορίσει μέρος των ελλείψεων που έχουν δημιουργηθεί στις διεθνείς αγορές.
Η εικόνα ήταν διαφορετική στο αργό πετρέλαιο. Το Brent ολοκλήρωσε τη συνεδρίαση της Παρασκευής στα 104,72 δολάρια ανά βαρέλι, σημειώνοντας άνοδο 0,42%, ενώ το αμερικανικό WTI έκλεισε στα 91,85 δολάρια, αυξημένο κατά 0,39%. Οι συγκεκριμένες τιμές διαμορφώθηκαν πριν από την πλήρη αποτίμηση της ανακοίνωσης για το ντίζελ και δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως αυτοτελές μέτρο της επίδρασής της. Μεταγενέστερες ενδείξεις τοποθετούσαν το Brent κοντά στα 104 δολάρια, χωρίς όμως να υπάρχει ακόμη συγκρίσιμο επίσημο κλείσιμο που να επιτρέπει ασφαλές συμπέρασμα για το σύνολο της μεταβολής.
Η διάκριση ανάμεσα στις δύο αγορές είναι ουσιαστική. Η συμφωνία δεν προβλέπει αύξηση της ρωσικής παραγωγής αργού πετρελαίου αλλά τη διάθεση μεγαλύτερων ποσοτήτων ήδη διυλισμένου καυσίμου. Επομένως, η άμεση επίδρασή της αναμένεται να είναι περισσότερο αισθητή στην αγορά ντίζελ παρά στο Brent και στο WTI, των οποίων οι τιμές συνεχίζουν να επηρεάζονται κυρίως από τις διαταραχές στη Μέση Ανατολή, την κατάσταση στα Στενά του Ορμούζ και τις ανησυχίες για τη συνολική παγκόσμια προσφορά.
Υπάρχουν όμως σοβαρές αμφιβολίες για το πραγματικό μέγεθος της ελάφρυνσης που μπορεί να προσφέρει το ρωσικό ντίζελ. Σύμφωνα με αναλύσεις των Financial Times και του Guardian, ακόμη και η πλήρης υλοποίηση των αρχικών ρωσικών δεσμεύσεων δεν αρκεί για να αντιστρέψει την παγκόσμια έλλειψη καυσίμων. Οι ποσότητες αποτελούν μικρό ποσοστό της διεθνούς ζήτησης, ενώ η μεταφορά τους μπορεί να απαιτήσει έως και τρεις εβδομάδες. Επιπλέον, η ίδια η ρωσική παραγωγή αντιμετωπίζει προβλήματα εξαιτίας των ουκρανικών επιδρομών κατά διυλιστηρίων και υποδομών αποθήκευσης.
Η μέση τιμή λιανικής του ντίζελ στις Ηνωμένες Πολιτείες βρισκόταν την Κυριακή 11 Οκτωβρίου κοντά στα 6,28 δολάρια ανά γαλόνι, έναντι περίπου 3,67 δολαρίων έναν χρόνο νωρίτερα. Ακόμη και μια αισθητή υποχώρηση στα χρηματιστηριακά συμβόλαια δεν μεταφέρεται αυτομάτως στις τιμές των πρατηρίων. Η μεταβολή του κόστους χονδρικής χρειάζεται χρόνο για να αποτυπωθεί στη λιανική, ενώ το τελικό αποτέλεσμα εξαρτάται από την επάρκεια των αποθεμάτων, τη λειτουργία των διυλιστηρίων και τη διάρκεια της ενεργειακής κρίσης.
Συνεπώς, η συμφωνία προσφέρει στον Τραμπ ένα άμεσο πολιτικό επιχείρημα για την αντιμετώπιση της ακρίβειας, χωρίς να εξασφαλίζει ότι οι Αμερικανοί καταναλωτές θα διαπιστώσουν αντίστοιχη μείωση των τιμών πριν από τις εκλογές. Η χρονική απόσταση ανάμεσα στην ανακοίνωση, στην παράδοση των φορτίων και στην πιθανή υποχώρηση των τιμών στην αντλία περιορίζει τις δυνατότητες άμεσου οικονομικού αποτελέσματος.
Η πίεση στον Ζελένσκι και η αιφνιδιαστική ανακοίνωση για εκεχειρία
Σχεδόν ταυτόχρονα με την ενεργειακή συμφωνία, η αμερικανική πίεση προς την Ουκρανία μεταφέρθηκε στο στρατιωτικό πεδίο. Ο Ντόναλντ Τραμπ επανέλαβε την αντίθεσή του στις ουκρανικές επιθέσεις εναντίον ρωσικών διυλιστηρίων, συνδέοντας τις καταστροφές που προκαλούν στην παραγωγή καυσίμων με την άνοδο των διεθνών τιμών. Η θέση αυτή βρίσκεται σε αντίθεση με την ουκρανική στρατηγική των τελευταίων ετών, η οποία αντιμετωπίζει τις ρωσικές ενεργειακές υποδομές ως στόχους μεγάλης οικονομικής και επιχειρησιακής σημασίας.
Για το Κίεβο, τα πλήγματα κατά διυλιστηρίων και εγκαταστάσεων αποθήκευσης καυσίμων αποτελούν μέσο περιορισμού της δυνατότητας της Ρωσίας να συντηρεί τις στρατιωτικές της επιχειρήσεις. Παράλληλα, δημιουργούν οικονομικό κόστος στη Μόσχα και υποχρεώνουν τη ρωσική διοίκηση να διαθέτει πρόσθετα μέσα αεράμυνας για την προστασία υποδομών που βρίσκονται σε σημαντική απόσταση από τη γραμμή του μετώπου. Η Ουκρανία έχει επενδύσει σημαντικούς πόρους στην ανάπτυξη μη επανδρωμένων αεροσκαφών μεγάλου βεληνεκούς, ακριβώς επειδή δεν διαθέτει αντίστοιχες δυνατότητες με τη ρωσική πολεμική αεροπορία για την πραγματοποίηση εκτεταμένων επιχειρήσεων βαθιά στο εχθρικό έδαφος.
Η αμερικανική κυβέρνηση ζητεί πλέον τον περιορισμό αυτού του μέσου πίεσης, επικαλούμενη τις συνέπειες για την παγκόσμια αγορά ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσιεύματα του Reuters και άλλων αμερικανικών μέσων, στην ουκρανική πλευρά έχει μεταφερθεί ακόμη και το ενδεχόμενο περιορισμού της στρατιωτικής υποστήριξης και της ανταλλαγής πληροφοριών, εφόσον συνεχιστούν οι επιθέσεις κατά ρωσικών ενεργειακών εγκαταστάσεων. Δεν έχει ανακοινωθεί νέα επίσημη απόφαση διακοπής της αμερικανικής βοήθειας, ωστόσο η σχετική συζήτηση επαναφέρει στο προσκήνιο την εξάρτηση της Ουκρανίας από τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Η κορύφωση ήρθε την Κυριακή 11 Οκτωβρίου, όταν ο Τραμπ ανακοίνωσε μέσω κοινωνικών δικτύων ότι υπάρχει άμεση ενεργειακή εκεχειρία ανάμεσα στη Ρωσία και στην Ουκρανία. Ο Αμερικανός πρόεδρος παρουσίασε την κατάπαυση των επιθέσεων ως συμφωνημένη και ήδη ενεργή, ζητώντας από τις δύο πλευρές να μην την παραβιάσουν. Η ανακοίνωση, ωστόσο, προκάλεσε ερωτήματα, καθώς δεν είχε προηγηθεί κοινή διπλωματική τοποθέτηση ούτε είχαν δημοσιοποιηθεί οι όροι της υποτιθέμενης συμφωνίας.
Ο Βολοντίμιρ Ζελένσκι εμφανίστηκε να μην έχει ενημερωθεί για κάποια οριστική συμφωνία, ξεκαθαρίζοντας ότι η Ουκρανία είναι διατεθειμένη να σταματήσει τις επιθέσεις κατά ρωσικών ενεργειακών εγκαταστάσεων, εφόσον η Μόσχα πράξει το ίδιο. Η ουκρανική θέση περιλαμβάνει την προστασία του ηλεκτρικού δικτύου, των εγκαταστάσεων παραγωγής ενέργειας και των υποδομών θέρμανσης, οι οποίες βρίσκονται αντιμέτωπες με διαδοχικά ρωσικά πλήγματα καθώς η χώρα εισέρχεται στη χειμερινή περίοδο.
Την ίδια ώρα, οι ουκρανικές αρχές κατήγγειλαν νέες ρωσικές επιθέσεις, μεταξύ άλλων στο Χάρκοβο, όπου επλήγη εγκατάσταση συμπαραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας και θερμότητας. Αναφέρθηκαν επίσης επιθέσεις σε άλλες περιοχές της χώρας, ενώ η Ρωσία δεν είχε επιβεβαιώσει επισήμως την ύπαρξη ενεργειακής εκεχειρίας. Η συνέχιση των βομβαρδισμών δεν επιτρέπει, προς το παρόν, να θεωρηθεί ότι έχει τεθεί σε εφαρμογή μια αμοιβαία και ελεγχόμενη συμφωνία.
Η επιστροφή του ζητήματος των ουκρανικών εκλογών
Η νέα αντιπαράθεση συνοδεύεται από την επαναφορά ενός ακόμη ιδιαίτερα ευαίσθητου ζητήματος για την ουκρανική πολιτική σκηνή. Ο Ντόναλντ Τραμπ ζήτησε εκ νέου πολιτική αλλαγή στο Κίεβο, ασκώντας πίεση στον Βολοντίμιρ Ζελένσκι για τη διεξαγωγή εκλογών. Ο Ουκρανός πρόεδρος απάντησε ότι είναι διατεθειμένος να προχωρήσει σε εκλογική διαδικασία, εφόσον προηγηθεί πλήρης κατάπαυση του πυρός διάρκειας τουλάχιστον 60 ημερών, ώστε να δημιουργηθούν οι στοιχειώδεις προϋποθέσεις ασφαλείας.
Η ουκρανική νομοθεσία απαγορεύει τη διεξαγωγή προεδρικών εκλογών όσο παραμένει σε ισχύ ο στρατιωτικός νόμος. Πέρα όμως από τον νομικό περιορισμό, η οργάνωση μιας τέτοιας διαδικασίας αντιμετωπίζει σοβαρές πρακτικές δυσκολίες. Εκατομμύρια Ουκρανοί έχουν εγκαταλείψει τις κατοικίες τους, μεγάλα τμήματα της επικράτειας βρίσκονται υπό ρωσική κατοχή και σημαντικός αριθμός πολιτών υπηρετεί στις ένοπλες δυνάμεις. Η διεξαγωγή εκλογών προϋποθέτει απαντήσεις για τη συμμετοχή αυτών των πληθυσμών, την ασφάλεια των εκλογικών τμημάτων και τη δυνατότητα πραγματοποίησης ελεύθερης προεκλογικής εκστρατείας.
Η επιστροφή του ζητήματος δεν είναι άσχετη με τις υπόλοιπες εξελίξεις. Ο Λευκός Οίκος πιέζει την ουκρανική ηγεσία ταυτόχρονα σε διπλωματικό, στρατιωτικό και πολιτικό επίπεδο. Από την άλλη πλευρά, ο Ζελένσκι προσπαθεί να συνδέσει κάθε συζήτηση για εκλογές ή περιορισμό των στρατιωτικών επιχειρήσεων με μια πραγματική και αμοιβαία παύση των εχθροπραξιών, ώστε το Κίεβο να μη βρεθεί αντιμέτωπο με μονομερείς υποχρεώσεις την ώρα που η Ρωσία διατηρεί τη δυνατότητα συνέχισης των επιθέσεων.
Οι αντιδράσεις στις ΗΠΑ και η ευρωπαϊκή ανησυχία
Η απόφαση για το ρωσικό ντίζελ προκάλεσε αντιδράσεις και στο εσωτερικό των Ηνωμένων Πολιτειών. Ομάδα γερουσιαστών από τα δύο κόμματα ζήτησε την επανεξέταση της συμφωνίας, υποστηρίζοντας ότι η χαλάρωση των κυρώσεων μπορεί να προσφέρει πρόσθετα έσοδα στη Ρωσία και να υπονομεύσει την οικονομική πίεση που είχε ασκηθεί στη Μόσχα μετά το 2022. Διατυπώθηκαν επίσης ερωτήματα για τη συμβατότητα της νέας αμερικανικής άδειας με την υφιστάμενη νομοθεσία που περιορίζει τις εισαγωγές ρωσικών ενεργειακών προϊόντων.
Η κυβέρνηση Τραμπ υπερασπίζεται την απόφαση ως αναγκαία παρέμβαση για την αντιμετώπιση της ενεργειακής κρίσης. Η ευρωπαϊκή στάση είναι διαφορετική, καθώς η Ευρωπαϊκή Ένωση εξακολουθεί να εφαρμόζει τους περιορισμούς στις εισαγωγές ρωσικού πετρελαίου και διυλισμένων προϊόντων. Κυβερνήσεις και ευρωπαϊκοί θεσμοί έχουν εκφράσει επιφυλάξεις για το ενδεχόμενο η αμερικανική πρωτοβουλία να μειώσει την αποτελεσματικότητα του καθεστώτος κυρώσεων και να δημιουργήσει νέα εμπορικά κανάλια για ρωσικά ενεργειακά προϊόντα.
Η οικονομική διάσταση της συμφωνίας, πάντως, δεν πρέπει να υπερεκτιμηθεί. Αναλυτές που επικαλούνται οι Financial Times επισημαίνουν ότι οι πρόσθετες εξαγωγές ντίζελ ενδέχεται να αποφέρουν στη Μόσχα περιορισμένα δημοσιονομικά οφέλη σε σχέση με το συνολικό κόστος του πολέμου. Το μεγαλύτερο διακύβευμα μπορεί επομένως να βρίσκεται στις πολιτικές συνέπειες της συμφωνίας και όχι αποκλειστικά στα έσοδα που θα προκύψουν από τις συγκεκριμένες πωλήσεις.
Το προηγούμενο των αμερικανικών πιέσεων και το όριο αντοχής του Κιέβου
Για την Ουκρανία, η νέα αμερικανική στάση επαναφέρει τη συζήτηση γύρω από την αξιοπιστία της στρατιωτικής και πολιτικής υποστήριξης των Ηνωμένων Πολιτειών. Οι σχέσεις του Ντόναλντ Τραμπ με τον Βολοντίμιρ Ζελένσκι είχαν ήδη δοκιμαστεί από την έντονη αντιπαράθεσή τους στον Λευκό Οίκο τον Φεβρουάριο του 2025, όταν μια συνάντηση που προοριζόταν να προωθήσει τη συνεργασία των δύο χωρών εξελίχθηκε σε δημόσια σύγκρουση. Ακολούθησε προσωρινή αναστολή της αμερικανικής στρατιωτικής βοήθειας και της ανταλλαγής πληροφοριών, με σοβαρές επιπτώσεις στον επιχειρησιακό σχεδιασμό του Κιέβου, μέχρι την επανέναρξη της συνεργασίας.
Το προηγούμενο εκείνο εξηγεί γιατί οι νέες πληροφορίες περί ενδεχόμενου περιορισμού της αμερικανικής υποστήριξης αντιμετωπίζονται με ιδιαίτερη σοβαρότητα από την ουκρανική ηγεσία. Η Ουκρανία έχει αναπτύξει σημαντικές εγχώριες δυνατότητες, ειδικά στην παραγωγή μη επανδρωμένων συστημάτων και όπλων μεγάλου βεληνεκούς, αλλά εξακολουθεί να εξαρτάται σε κρίσιμους τομείς από τη δυτική στρατιωτική τεχνολογία, την αντιαεροπορική άμυνα και τις πληροφορίες που παρέχουν οι εταίροι της.
Η διαφορά σε σχέση με τις προηγούμενες κρίσεις είναι ότι αυτή τη φορά η πίεση της Ουάσιγκτον συνδέεται άμεσα με έναν στόχο της αμερικανικής εσωτερικής οικονομικής πολιτικής. Ο Τραμπ επιδιώκει τη μείωση των τιμών των καυσίμων και θεωρεί ότι οι ουκρανικές επιδρομές σε ρωσικές ενεργειακές εγκαταστάσεις εμποδίζουν αυτή την προσπάθεια. Το Κίεβο, αντίθετα, υποστηρίζει ότι τα πλήγματα αυτά είναι απαραίτητα για να περιοριστεί η ικανότητα της Ρωσίας να χρηματοδοτεί και να υποστηρίζει τον πόλεμο.
Η διαφωνία αφορά επομένως τον ίδιο τον τρόπο με τον οποίο κάθε πλευρά αντιλαμβάνεται τη σχέση ανάμεσα στην οικονομική πίεση και στις στρατιωτικές επιχειρήσεις. Για τις Ηνωμένες Πολιτείες, ο άμεσος περιορισμός των ενεργειακών αναταράξεων αποτελεί προτεραιότητα. Για την Ουκρανία, η διατήρηση της δυνατότητας προσβολής ρωσικών υποδομών αποτελεί μέρος της προσπάθειας να αυξηθεί το κόστος συνέχισης του πολέμου για τη Μόσχα.
Τι επιδιώκει ο Πούτιν και ποια είναι τα επόμενα βήματα
Η Ρωσία βρίσκεται μπροστά σε μια ιδιαίτερα ευνοϊκή διπλωματική συγκυρία, καθώς οι ενεργειακές ανάγκες των Ηνωμένων Πολιτειών δίνουν στη Μόσχα τη δυνατότητα να επαναφέρει στις διαπραγματεύσεις ζητήματα οικονομικών κυρώσεων που μέχρι πρόσφατα συνδέονταν κυρίως με την πρόοδο προς τον τερματισμό του πολέμου. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκή δημόσια στοιχεία που να αποδεικνύουν ότι η συμφωνία για το ντίζελ περιλαμβάνει συγκεκριμένα στρατιωτικά ή εδαφικά ανταλλάγματα.
Το γεγονός ότι η αμερικανική κυβέρνηση πιέζει την Ουκρανία να σταματήσει τις επιθέσεις σε ρωσικά διυλιστήρια, την ώρα που επιτρέπει την επανέναρξη συγκεκριμένων ρωσικών ενεργειακών εξαγωγών, δημιουργεί πάντως μια νέα πραγματικότητα. Η προστασία μέρους των ρωσικών ενεργειακών υποδομών αποτελεί πλέον αντικείμενο της αμερικανικής διπλωματικής προσπάθειας, ενώ η Μόσχα δεν έχει ακόμη αναλάβει δημοσίως αντίστοιχη δεσμευτική υποχρέωση για τις ουκρανικές εγκαταστάσεις.
Η επιλογή του Πούτιν να επιβεβαιώσει ή να μην επιβεβαιώσει την ενεργειακή εκεχειρία θα αποτελέσει ένα από τα σημαντικότερα στοιχεία των επόμενων ωρών. Μια αμοιβαία συμφωνία, με σαφές πεδίο εφαρμογής και δυνατότητα επιτήρησης, θα μπορούσε να περιορίσει τις επιθέσεις σε κρίσιμες υποδομές και να προσφέρει περιθώριο για νέες διαπραγματεύσεις. Αντίθετα, η συνέχιση των ρωσικών βομβαρδισμών, χωρίς επίσημη αποδοχή των αμερικανικών όρων, θα αναδείξει το χάσμα ανάμεσα στις ανακοινώσεις του Λευκού Οίκου και στις πραγματικές εξελίξεις στο πεδίο.
Η στάση της Ευρώπης θα έχει επίσης βαρύτητα. Η Ουκρανία επιχειρεί ήδη να συντονιστεί με τους βασικούς εταίρους της, με τον Ζελένσκι να πραγματοποιεί επαφές με τον γενικό γραμματέα του ΝΑΤΟ Μαρκ Ρούτε, τον Καναδό πρωθυπουργό Μαρκ Κάρνεϊ και τον Φινλανδό πρόεδρο Αλεξάντερ Στουμπ. Για το Κίεβο, η ευρωπαϊκή και συμμαχική υποστήριξη αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία εφόσον η Ουάσιγκτον επιλέξει να μετατρέψει τη συνέχιση της στρατιωτικής συνεργασίας σε μέσο επιβολής συγκεκριμένων όρων.
Η συμφωνία για το ντίζελ δεν έχει αλλάξει μέχρι στιγμής την πραγματικότητα στο ουκρανικό μέτωπο, ούτε έχει οδηγήσει σε αποδεδειγμένη παύση των επιθέσεων κατά ενεργειακών εγκαταστάσεων. Έχει όμως μεταβάλει τους όρους της πολιτικής συζήτησης γύρω από τον πόλεμο. Οι Ηνωμένες Πολιτείες δίνουν πλέον προτεραιότητα στην αποκλιμάκωση των τιμών της ενέργειας, η Ρωσία αποκτά ένα νέο πεδίο οικονομικής συνεννόησης με την Ουάσιγκτον και η Ουκρανία βρίσκεται αντιμέτωπη με πιέσεις να περιορίσει μια από τις σημαντικότερες δυνατότητες επιθέσεων που έχει αναπτύξει τα τελευταία χρόνια.
Το ερώτημα δεν είναι μόνο εάν οι πρόσθετες ποσότητες ρωσικού ντίζελ θα καταφέρουν να μειώσουν τις διεθνείς τιμές. Είναι εάν η προσπάθεια αντιμετώπισης της ενεργειακής κρίσης θα οδηγήσει σταδιακά σε ευρύτερη αναπροσαρμογή της αμερικανικής πολιτικής απέναντι στη Ρωσία και στην Ουκρανία. Προς το παρόν, η Μόσχα έχει εξασφαλίσει μια συγκεκριμένη οικονομική εξαίρεση από το καθεστώς κυρώσεων, το Κίεβο καλείται να εξετάσει νέους περιορισμούς στις στρατιωτικές του επιχειρήσεις και ο Λευκός Οίκος αναζητεί άμεσα αποτελέσματα πριν από την κάλπη της 3ης Νοεμβρίου. Η ενεργειακή συμφωνία είναι ήδη πραγματικότητα. Η εκεχειρία που ανακοίνωσε ο Τραμπ παραμένει ακόμη ζητούμενο.
Πηγή: protothema.gr

