Μετέωρα: Οι νωχελικοί «γίγαντες» της Ελλάδας και η ιστορία τους

Τόπος ιερός και επιβλητικός το δεύτερο πιο σημαντικό μοναστηριακό συγκρότημα της χώρας

Οι εντυπωσιακοί βράχοι των Μετεώρων υψώνονται επιβλητικοί στις πεδιάδες της Θεσσαλίας, μεταξύ των βουνών Κόζιακα και Αντιχασίων, λίγα μόλις χιλιόμετρα βορειοδυτικά της Καλαμπάκας. Το «ιερό δάσος» τους φιλοξενεί τη δεύτερη πιο σημαντική μοναστική κοινότητα της χώρας μετά το Άγιο Όρος, και έναν από τους δημοφιλέστερους τουριστικούς προορισμούς της Ελλάδας, που συμπεριλαμβάνεται σε όλους τους ταξιδιωτικούς οδηγούς.

Τα κτίσματα των μοναστηριών μοιάζουν με φυσική συνέχεια των βράχων, ενώ από μακριά δημιουργείται η εντύπωση ότι αν βρεθεί κάποιος πάνω σε αυτά του δίνεται η δυνατότητα να αγγίξει τον ουρανό.

Πριν από πολλούς αιώνες σε αυτούς τους γιγάντιους βράχους και σε υψόμετρο που πολλές φορές ξεπερνάει ακόμη και τα 200 μέτρα, δημιουργήθηκε το μοναστηριακό συγκρότημα των Μετεώρων. Στη θέα τους ο επισκέπτης θαμπώνεται από την εντυπωσιακή μεγαλοπρέπεια του συμπλέγματος, σε έναν τόπο όπου συνταιριάζεται αρμονικά η βυζαντινή αρχιτεκτονική με την φυσική ομορφιά.

Το επιβλητικό τοπίο με το μοναδικό σε ομορφιά γεωλογικό φαινόμενο, προκαλεί ρίγη και δέος στη θέασή του με τα βυζαντινά μοναστήρια σκαρφαλωμένα πάνω στους απότομους βράχους. Σήμερα μόνο έξι μοναστήρια λειτουργούν, από τα συνολικά 24 που είχαν δημιουργηθεί πριν από εκατοντάδες χρόνια, συνεχίζοντας χωρίς διακοπή την παράδοση της ορθοδοξίας για περισσότερα από 600 χρόνια, φιλοξενώντας αντικείμενα και κειμήλια ανεκτίμητης αξίας, καθώς και τοιχογραφίες πραγματικούς θησαυρούς.

Το 1988 οι μονές των Μετεώρων συμπεριλήφθηκαν στον κατάλογο με τα Μνημεία Παγκόσμιας Κληρονομιάς της UNESCO, ενώ η ευρύτερη περιοχή των Μετεώρων- Αντιχασίων αποτελεί μέρος του δικτύου Natura 2000, καθώς φιλοξενεί σπάνεια είδη πουλιών και λουλουδιών.

Στο άγριο και απροσπέλαστο αυτό τοπίο, με τους φυσικούς, σκοτεινόχρωμους βράχους από ψαμμίτη οι οποίοι αγγίζουν σε ύψος τα 200 μέτρα και πλάτος τα 300 μέτρα, βρήκαν προσοδοφόρο έδαφος οι χριστιανοί ασκητές που εγκαταστάθηκαν στην περιοχή αρκετούς αιώνες πριν. Στην αρχή οι ασκητές προσεύχονταν σε μικρά παρεκκλήσια απομονωμένοι ο ένας από τον άλλο, τα γνωστά «προσευχάδια».

Οι πρώτοι ασκητές αναρριχήθηκαν στους πελώριους βράχους με τη χρήση σκαλωσιών οι οποίες στηρίζονταν σε δοκάρια, σφηνωμένα σε τρύπες μέσα στο βράχο. Με το πέρασμα των χρόνων χρησιμοποιήθηκαν το δίχτυ και ανεμόσκαλες, ενώ στις αρχές του 20ου αιώνα λαξεύτηκαν στους βράχους οι πρώτες σκάλες.

Η ακριβής χρονολογία για το πότε ακριβώς κατοικήθηκαν οι βράχοι δεν έχει καθοριστεί, ωστόσο, διάφοροι βυζαντινολόγοι πιστεύουν ότι αυτό συνέβη πριν τον 11ο αιώνα, ενώ άλλες ιστορικές πηγές αναφέρουν πως ο πρώτος ασκητής της περιοχής ήταν ο Βαρνάβας, που ίδρυσε την πολύ παλιά Σκήτη του Αγίου Πνεύματος μεταξύ 950-970, με την ίδρυση της Σκήτης της Μεταμορφώσεως από τον κρητικό μοναχό Ανδρόνικο να ακολουθεί στις αρχές του 1.000 μ.Χ. και τη Σκήτη των Σταγών ή Δούπιανη να ιδρύεται μεταξύ 1.150-1.160 μ.Χ.

Η ονομασία τους οφείλεται στον Άγιο Αθανάσιο τον Μετεωρίτη, κτήτορα της μονής Μεγάλου Μετεώρου, ο οποίος έδωσε το όνομα «Μετέωρο» στον Πλατύ Λίθο που ανέβηκε για πρώτη φορά το 1344. Πολλές ιερές μονές δημιουργήθηκαν έκτοτε μέσα σε διάστημα δύο αιώνων, με τα μοναστήρια συνολικά να φτάνουν στα 24.

Η μεγαλύτερη ύφεση της μοναστικής ζωής στα Μετέωρα σημειώθηκε κατά την περίοδο της παρακμής και της πτώσης της βυζαντινής αυτοκρατορίας κατά τον 15ο αιώνα, ενώ από τα τέλη του 15ου αιώνα και κυρίως κατά τον 16ο αιώνα γνωρίζουν την μεγαλύτερη ακμή τους, καθώς νέες μονές, μοναστηριακά κτίσματα και καθολικά ιδρύονται εδώ, τα οποία χαρακτηρίζονται για τις απαράμιλλης τέχνης και αισθητικής αγιογραφίες τους.

Το απόγειο της ακμής της μοναστικής κοινότητας των Μετεώρων σημειώθηκε κατά τον 17ο αιώνα, εποχή που άρχισε και η παρακμή της, καθώς διάφορες δυσκολίες της εποχής όπως κατακτητές, επιδρομές ληστών και διάφοροι άλλοι παράγοντες οδήγησαν στην εγκατάλειψη από τους μοναχούς πολλών μονών ή ακόμη και στην καταστροφή τους. Σήμερα, συνολικά έξι μονές συνεχίζουν αδιάλλειπτα το έργο τους -Μεταμόρφωσης, Βαρλαάμ, Αγίου Νικολάου του Αναπαυσά, Ρουσάνου, Αγίας Τριάδος, Αγίου Στεφάνου.

Από τις συνολικά 24 μονές που δημιουργήθηκαν στους πέτρινους «γίγαντες» μόνο οι έξι λειτουργούν σήμερα, οι οποίες έχουν αναστηλωθεί με το μεγαλύτερο μέρος των τοιχογραφιών τους να σώζεται σε πολύ καλή κατάσταση.

Μονή Μεγάλου Μετεώρου (Μονή Μεταμόρφωσης): Μοναστήρι αρρένων, το παλαιότερο και μεγαλύτερο των Μετεώρων, που σηματοδότησε και την οργανωμένη ζωή στα Μετέωρα. Σκαρφαλωμένο στον πιο επιβλητικό βράχο, κατέχει ηγετική θέση στο μοναστικό συγκρότημα, ενώ αποτελεί και το κύριο μουσείο για τους επισκέπτες. Στο ιερό του καθολικού υπάρχουν εξαιρετικές τοιχογραφίες της μακεδονικής σχολής, ενώ ένα από τα σημαντικότερα σημεία του το σκευοφυλάκιο όπου διατηρούνται τα κρανία των μοναχών που έχουν ζήσει σε αυτό στο πέρασμα των χρόνων.

Μονή Βαρλάαμ: Πρόκειται για ανδρικό μοναστήρι που δημιουργήθηκε τον 16ο αιώνα, αλλά οφείλει το όνομά του στον ασκητή Βαρλάαμ, ο οποίος κατοίκησε για πρώτη φορά στο βράχο τον 14ο αιώνα. Η μονή οργανώθηκε από τους αδερφούς Νεκτάριο και Θεοφάνη από την Ήπειρο και είναι γνωστή για το σπουδαίο αρχείο που διατηρεί στο μουσείο της το οποίο αποτελείται από αξιόλογα χειρόγραφα, σπάνια εκκλησιαστικά κειμήλια, μεταβυζαντινές φορητές εικόνες κ.α.

Μονή Αγίου Νικολάου Αναπαυσά: Η πρώτη μονή που συναντάται αριστερά ανεβαίνοντας από το Καστράκι, χρονολογείται από τον 14ο αιώνα, ενώ ανακαινίστηκε κατά την πρώτη δεκαετία του 16ου αιώνα, με τις τοιχογραφίες του καθολικού από τον Κρητικό ζωγράφο Θεοφάνη Στρελίτζα του 1527 να θεωρούνται εξαιρετικό δείγμα μεταβυζαντινής ζωγραφικής, καθώς πρόκεται για το πιο παλιό υπογεγραμμένο έργο του ζωγράφου. Η μονή από τις αρχές του 20ου αιώνα εγκαταλείφθηκε, ενώ την δεκαετία του 1960 ανακαινίστηκε και αναστηλώθηκε από την Αρχαιολογική Υπηρεσία.

Μονή Ρουσάνου: Γυναικείο μοναστήρι στο κέντρο των Μετεώρων, που καλύπτει το σύνολο του μικρού πλατώματος του απότομου βράχου όπου εντοπίζεται. Ιδρύθηκε το 1529 από τους αδελφούς ιερομόναχους οσίους Ιωάσαφ και Μάξιμο από τα Γιάννενα και είναι αφιερωμένο στην Αγία Βαρβάρα. Η ανάβαση εδώ πραγματοποιείται από δύο στέρεες γέφυρες. Ο διάκοσμος του καθολικού του ναού που δημιουργήθηκε το 1560 αποτελεί ένα από τα ωριμότερα ζωγραφικά σύνολα της «Κρητικής Σχολής».

Μονή Αγίας Τριάδος: Το «ψηλότερο» και πιο δυσπρόσιτο μοναστήρι των Μετεώρων, το οποίο προσεγγίζεται μετά από ανάβαση 140 σκαλοπατιών λαξευμένων στο βράχο. Η μαγευτική θέα στην κοιλάδα της Καλαμπάκας και τον Πηνειό ποταμό στα όσα εντυπωσιακά αντικρίζει κανείς από εδώ. Πρόκειται για το τρίτο αρχαιότερο μοναστήρι του συγκροτήματος, καθώς υπολογίζεται ότι οι πρώτοι ερημίτες έχτισαν εδώ τα ασκηταριά του στις αρχές του 14ου αιώνα. Για το χτίσιμο του μοναστηριού και το ανέβασμα των υλικών στο συγκεκριμένο βράχων χρειάστηκαν 70 χρόνια. Από το 1942 μέχρι και το 1961 έμεινε έρημο και ανακαινίστηκε εκ νέου το 1972. Σπάνια χειρόγραφα ανακαλύφθηκαν το 1909 σε μια κρύπτη, τα οποία φυλλάσσονται μαζί με τα χειρόγραφα των Μονών Ρουσάνου και Αναπαυσά στο σκευοφυλάκιο της Μονής Αγίου Στεφάνου.

Μονή Αγίου Στεφάνου: Ακριβώς πάνω από την Καλαμπάκα στο νότιο τμήμα του συγκροτήματος, η γυναικεία μονή του Αγίου Στεφάνου είναι η πιο εύκολα προσβάσιμη από όλο το μοναστικό συγκρότημα. Είναι ιδιαιτέρως γνωστή για την τίμια Κάρα του Αγίου Χαραλάμπους που φυλάσσεται στους χώρους της, ενώ διακρίθηκε και για την συμβολή της στους εθνικούς αγώνες της χώρας και κυρίως την περίοδο του Μακεδονικού Αγώνα, που χρησίμευε ως αρχηγείο και κρησφύγετο των Μακεδονομάχων. Στην παλιά τράπεζα σήμερα λειτουργεί μουσείο όπου φιλοξενούνται σημαντικά κειμήλια (υφαντά, χειρόγραφα, μεταβυζαντινές εικόνες, ξυλόγλυπτα κ.α.) τόσο της ίδιας της Μονής, όσο και χειρόγραφα που βρέθηκαν στις μονές των Αγίας Τριάδος και Ρουσάνου.

Πηγή