Κρούει τον κώδωνα της αφύπνισης και κινητοποίησης για το επίπεδο της παρεχόμενης δημόσιας εκπαίδευσης στην Κύπρο.
Ολόκληρο το άρθρο του όπως δημοσιεύτηκε στον “Φιλελεύθερο της Κυριακής”:
Πολλές φορές συζητάμε και αντιπαρατιθέμεθα για την ποιότητα της δημόσιας εκπαίδευσης στη χώρα μας και πώς αυτή συγκρίνεται με εκπαιδευτικά συστήματα τόσο στην Ευρώπη όσο και στον υπόλοιπο κόσμο. Οι περισσότερες αναπτυγμένες χώρες διαθέτουν δείκτες που μετρούν την ποιότητα και τα αποτελέσματα της μαθησιακής διαδικασίας και με οδηγούς αυτά τα αποτελέσματα επιχειρούν να εφαρμόσουν καινοτομίες ή και να βελτιώσουν την εκπαιδευτική τους πολιτική.
Στην Κύπρο άραγε, όπου υπερηφανευόμαστε για την ποιότητα της δημόσιας Πρωτοβάθμιας και Μέσης Εκπαίδευσης, τι συμβαίνει;
Πώς συγκρινόμαστε με άλλες χώρες;
Σύμφωνα με τη δημοσιευμένη μελέτη του προγράμματος PISA (Programme for International Student Assessment) για την περίοδο 2009-2012 με τίτλο «Τι γνωρίζουν και τι μπορούν να κάνουν οι μαθητές – Μαθητική επίδοση στην Ανάγνωση, τα Μαθηματικά και την Επιστήμη», τα αποτελέσματα δεν φαίνεται να είναι και τόσο ευνοϊκά για τη χώρα μας.
Σημειώνεται ότι το εν λόγω πρόγραμμα αξιολογεί την ποιότητα και την ισότητα σχολικών συστημάτων σε 70 χώρες, οι οποίες αποτελούν τα 9/10 της παγκόσμιας οικονομίας. Το ενδιαφέρον είναι ότι το πρόγραμμα PISA αντιπροσωπεύει μια δέσμευση από τις συμμετέχουσες χώρες σε αυτό να παρακολουθούν τα αποτελέσματα των εκπαιδευτικών συστημάτων σε ένα προσυμφωνημένο διεθνές πλαίσιο και, ακολούθως, παρέχει τη βάση για διεθνή συνεργασία ως προς τον καθορισμό και την εφαρμογή εκπαιδευτικής πολιτικής. Ας δούμε, όμως, πώς συγκρίνεται η Κύπρος με τις υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες που αξιολογήθηκαν στο πλαίσιο του προγράμματος PISA αναφορικά με τα ποσοστά υστέρησης στις τρεις κατηγορίες: Ανάγνωση, Μαθηματικά, Επιστήμη (για το 2012).
● ΑΝΑΓΝΩΣΗ – Σύμφωνα με τα αποτελέσματα στην κατηγορία «Ανάγνωση» η Κύπρος συγκαταλέγεται ανάμεσα στις τρεις τελευταίες χώρες που αξιολογήθηκαν εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Ε.Ε.). Και ενώ ο μέσος συνολικός όρος υστέρησης στην Ανάγνωση για την Ε.Ε. είναι το 17,8%, η Κύπρος παρουσιάζει πολύ υψηλότερο ποσοστό υστέρησης στην κατηγορία της «Ανάγνωσης» που φτάνει μέχρι το 33% (δηλ. 1 στους 3 μαθητές).
● ΜΑΘΗΜΑΤΙΚΑ – Στην κατηγορία «Μαθηματικά» η επίδοση των μαθητών της Κύπρου είναι ακόμα χειρότερη, κατατάσσοντας τη χώρα στην προτελευταία θέση, με συνολικό ποσοστό υστέρησης της τάξης του 42%, όταν στην Ε.Ε. το ποσοστό αυτό είναι μόνο 22,1%.
● ΕΠΙΣΤΗΜΗ – Και, τέλος, βλέπουμε το πλέον απογοητευτικό αποτέλεσμα αναφορικά με την υστέρηση στην κατηγορία «Επιστήμη», όπου η Κύπρος εμφανίζεται στην τελευταία θέση με ποσοστό 38% έναντι του συνόλου της Ε.Ε. που ανέρχεται στο 16,6%.
Αυτά τα αποκαρδιωτικά αποτελέσματα για το επίπεδο των μαθητών μας αποτελούν χαστούκι στο δημόσιο εκπαιδευτικό σύστημα και θα έπρεπε να μας προβληματίσουν βαθύτατα αντί να πανηγυρίζουμε για σκόρπιες εκπαιδευτικές μεταρρυθμίσεις και την ενδεχόμενη κατάργηση του καταλόγου διοριστέων το 2027!
Δεν είναι μεταρρύθμιση η αδράνεια απέναντι στις προκλήσεις, η ατολμία, η αποποίηση ευθυνών, η σπατάλη του κρίσιμου χρόνου, η αναβλητικότητα, ο εφησυχασμός έτσι ώστε να μην ενοχλείται κανένας, να μην αποκαλύπτονται τα προβλήματα και να μην υπάρχει, επιφανειακά, κανένα κόστος. Τη στιγμή που θέλουμε να προτάξουμε το επιχείρημα μιας χώρας υπό ανάπτυξη, μιας χώρας άριστων υπηρεσιών και προόδου, πώς μπορούμε να μένουμε άπραγοι όταν γνωρίζουμε την ύπαρξη των χαμηλών αυτών ποσοστών στα εν λόγω γνωστικά αντικείμενα;
Χρειάζεται, σαφέστατα και άμεσα, μια ολική μεταρρύθμιση του εκπαιδευτικού συστήματος της χώρας μας. Να μάθουμε από τις καλές πρακτικές άλλων χωρών και να καταλήξουμε σε εκείνες που μπορούν να εφαρμοστούν στη χώρα μας, με την αρωγή εμπειρογνωμόνων που έχουν διεθνή πείρα, και όχι να αναλωνόμαστε σε αναπαραγωγή σχεδίων, των ίδιων προσώπων, των ίδιων ιδεών.
Τι συμβαίνει με τους χιλιάδες εκπαιδευτικούς στα σχολεία και με τους τόσους ακόμα που βρίσκονται με απόσπαση σε διάφορες θέσεις στο Υπουργείο Παιδείας και αλλού; Πώς μπορούμε να αξιοποιήσουμε με τον καλύτερο δυνατό τρόπο τις γνώσεις και τις δεξιότητές τους και πώς να αποβάλλουμε από το σύστημα όλους εκείνους που δεν είναι σε θέση να βοηθήσουν τα παιδιά μας;
Πολύ θα ήθελα να δω μια σοβαρή προσέγγιση του θέματος και από τις συνδικαλιστικές οργανώσεις της χώρας μας. Να δούμε επιτέλους, ρεαλιστικές και εμπεριστατωμένες προτάσεις από τα επίσημα όργανα των εκπαιδευτικών και του αρμόδιου Υπουργείου. Είναι καιρός για δράση για να αντιστρέψουμε τη χαμηλή μας κατάταξη πριν να είναι πολύ αργά. Δεν μπορεί μια μικρή χώρα όπως είναι η Κύπρος, που βασίζεται κυρίως στο ανθρώπινο δυναμικό της, να αντέξει αυτά τα εξαιρετικά χαμηλά ποσοστά έναντι των υπολοίπων ευρωπαϊκών χωρών.
Φρονώ ότι ένα από τα μεγάλα προβλήματα οποιασδήποτε προσπάθειας μεταρρύθμισης της Δημοτικής και Μέσης Εκπαίδευσης είναι ότι το Υπουργείο τις συζητά με τις συνδικαλιστικές οργανώσεις. Και αυτό γιατί οι οργανώσεις έχουν συμφέροντα που ενδεχομένως συγκρούονται με κάποιες από τις προτάσεις εκσυγχρονισμού και μεταρρύθμισης και, ως εκ τούτου, δεν μπορούν και δεν θα έπρεπε να συμμετέχουν σε αυτό τον διάλογο. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελούν οι στρεβλώσεις του νέου ωρολογίου προγράμματος, ως αποτέλεσμα των αντικρουόμενων συμφερόντων των κλάδων των εκπαιδευτικών.
Διερωτώμαι πόσα εκατομμύρια χάνονται σε ανθρωποώρες με τον μεγάλο αριθμό εκπαιδευτικών που κατά καιρούς αποσπώνται στο Υπουργείο Παιδείας, καθώς και γιατί να χρειάζονται τόσες εκατοντάδες (;) σε απόσπαση.
Επιπρόσθετα, απορίας άξιο είναι το πραγματικό ποσό που δαπανάται για τις συνδικαλιστικές ώρες (δεκάδες συνδικαλιστές σε ΟΕΛΜΕΚ, ΟΛΤΕΚ και ΠΟΕΔ) από τα χρήματα του φορολογούμενου πολίτη, τη στιγμή που γνωρίζουμε ότι στις πλείστες ανεπτυγμένες χώρες αυτό το ποσό καλύπτεται από τις συνδρομές των μελών των οργανώσεων και όχι από τα χρήματα του δημοσίου.
Όλα αυτά τα χρήματα, σε πραγματικό χρήμα ή ανθρωποώρες, δεν θα μπορούσαν άραγε να αξιοποιηθούν πιο αποτελεσματικά για τη βελτίωση της εκπαιδευτικής μας πολιτικής;
Στο πλαίσιο της διαφάνειας και της ορθής πληροφόρησης, πιστεύω πως μια σημαντική πληροφορία, στην οποία θα έπρεπε να έχει πρόσβαση κάθε οικογένεια, είναι η διαφοροποίηση στα ποσοστά υστέρησης των μαθητών μας ανάμεσα στα παιδιά του δημόσιου και του ιδιωτικού σχολείου. Θα ήταν πολύ χρήσιμο για την ορθή ενημέρωση των πολιτών να δημοσιοποιηθούν αυτές οι πληροφορίες από το Υπουργείο Παιδείας.
Η χώρα μας ξοδεύει σχεδόν 1 δισ. ευρώ για την παιδεία. Και μην μπείτε στον πειρασμό να το συγκρίνετε με άλλες χώρες.
Φυσικά, όπως αναφέρεται και στην εν λόγω μελέτη, το ΑΕΠ κάθε χώρας επηρεάζει σημαντικά την εκπαιδευτική επιτυχία, αλλά αυτό εξηγεί μόνο ποσοστό 6% της διαφοροποίησης στους μέσους όρους απόδοσης των μαθητών. Το υπόλοιπο 94% αντικατοπτρίζει τη δυνατότητα της δημόσιας πολιτικής να κάνει τη διαφορά. Λαμπρό είναι το παράδειγμα της Σαγκάης-Κίνας, που βρίσκεται στην κορυφή κάθε κατηγορίας που εξετάζει το πρόγραμμα PISA, διαθέτοντας μέτριους οικονομικούς πόρους και λειτουργώντας σε ένα ποικίλο κοινωνικό πλαίσιο.
Παραταύτα, αν συγκρίνει κανείς τις δαπάνες των χωρών που βρίσκονται τελευταίες στην κατάταξη μαζί με την Κύπρο, δηλαδή της Ρουμανίας και της Βουλγαρίας, η Κύπρος σαφώς δαπανά πολύ μεγαλύτερα ποσά. Συνεπώς, κάτι δεν κάνουμε καλά.
Τα τελευταία χρόνια έχουμε δει πολλές φιλότιμες και αξιέπαινες προσπάθειες από πλευράς των εκάστοτε υπουργών του Υπουργείου Παιδείας και Πολιτισμού να εκσυγχρονίσουν την εκπαιδευτική πολιτική και να εισαγάγουν νέα συστήματα που θα ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις και τις εξελίξεις της σύγχρονης κοινωνίας. Δυστυχώς, από ό,τι φανερώνουν οι εκάστοτε διεθνείς μελέτες, δεν έχουμε καταφέρει να βρούμε ακόμα εκείνο το σύστημα που θα αξιοποιήσει με τον καλύτερο δυνατό τρόπο το ανθρώπινο δυναμικό και τα χρήματα που επενδύονται κάθε χρόνο για τη Δημοτική και τη Μέση Εκπαίδευση.
Τα συμπεράσματα ποικίλλουν. Βεβαιότατα, χρειαζόμαστε μια νέα εκπαιδευτική πολιτική. Βεβαιότατα, χρειαζόμαστε νέα πρόσωπα για να μελετήσουν και να προτείνουν αυτή τη νέα εκπαιδευτική πολιτική, πέραν από συνδικαλιστικά, πολιτικά ή άλλης φύσεως συμφέροντα. Γιατί; Γιατί δεν γίνεται αλλιώς. Γιατί δεν μπορούμε να συνεχίσουμε να επιτρέπουμε στα παιδιά μας να σέρνονται στις τελευταίες θέσεις των ευρωπαϊκών και διεθνών κατατάξεων. Μπορούμε;
* Ο Κωνσταντίνος Χριστοφίδης είναι πρύτανης του Πανεπιστημίου Κύπρου


















