Μνήμες από την Αμμόχωστο, την πόλη των κουζάρηδων (βίντεο)

200

Ο κεραμίστας Βαλεντίνος Χαραλάμπους 90 ετών, μας ξεναγεί στη γενέτηρά του Αμμόχωστο και μας μεταφέρει εικόνες από τις πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα

Συνήθως για τον σπουδαίο Κύπριο κεραμίστα Βαλεντίνο Χαραλάμπους μιλούν το έργο του, η έμπνευσή του, οι δημιουργίες του. Σε αυτή τη συνέντευξη ο 90χρονος σήμερα Βαλεντίνος ανακαλεί στη μνήμη του παραστάσεις από τις δεκαετίες του ’30, του ’40 και του ’50, από την πόλη των κουζάρηδων, τη γενέτειρά του Αμμόχωστο και μας μεταφέρει στην τότε εποχή. Θυμάται τη γνωριμία με τον Σεφέρη στο κεραμείο του πατέρα του, στην οδό Σαλαμίνος, όταν ο ποιητής ήρθε στην Κύπρο το 1953, για τα λόγια που αντάλλαξαν με αφορμή ένα ποίημα του W.H Auden, για το ευτράπελο με τον Μακάριο την ημέρα που επισκέφτηκε την έκθεσή του στη Λευκωσία πριν από την Ανεξαρτησία, για τους δασκάλους του στο Γυμνάσιο Αμμοχώστου Τηλέμαχο Κάνθο και Νίκο Κρανιδιώτη…

Τα κεραμεία του Βαρωσιού

Γεννήθηκε το 1929 από πατέρα και παππού κεραμίστες παραδοσιακούς της Αμμοχώστου. «Η οικογένειά μου ήταν εγκατεστημένη στο Βαρώσι το οποίο ήταν μια μικρή πόλη την τότε εποχή. Θυμάμαι στη γεωγραφία που διδασκόμουν στο δημοτικό, μάς έλεγαν πως η Αμμόχωστος είχε 6.000 κατοίκους. Και ήταν τόσο μικρή που δύο δρόμους είχε όλους κι όλους! Στο κέντρο λοιπόν αυτής της μικρής πόλης ήταν εγκατεστημένοι οι αγγειοπλάστες. Η Αμμόχωστος εκτός απ’ τα εσπεριδοειδή ήταν γνωστή και ως η πόλη των κουζάρηδων καθώς ήταν ένα επάγγελμα που άκμαζε. Υπήρχαν τουλάχιστον έξι εργαστήρια παραγωγής πήλινων αγγείων όπου σε κάθε εργαστήρι εργάζονταν έξι με οκτώ άτομα. Η παραγωγή κεραμικών ήταν πολύ μεγάλη. Κάλυπτε τη ζήτηση σε όλη την Κύπρο και το εξωτερικό».

Η διαταγή των Εγγλέζων

«Κάποια στιγμή καθώς φαίνεται οι Άγγλοι, οι οποίοι κατοικούσαν σε μια περιοχή που γειτνίαζε, κοντά στα δικαστήρια και το διοικητήριο, γνωστή ως Ριτς, διαμαρτύρονταν για τους καπνούς των καμινιών των κουζάρηδων που ‘έφευγαν’ απ’ το Βαρώσι και πήγαιναν κοντά τους. Έτσι το 1932 η αποικιοκρατική κυβέρνηση με μια απλή διαταγή υποχρέωσε όλους τους αγγειοπλάστες να μεταφέρουν αλλού τα εργαστήριά τους. Έσκυψαν το κεφάλι και σκόρπισαν στους πέντε ανέμους… Εμείς καταλήξαμε στην οδό Σαλαμίνος, από την έξοδο της παλιάς Αμμοχώστου προς το Τρίκωμο. Εγώ εκεί γεννήθηκα. Ο πατέρας μου αγόρασε τότε ένα κομμάτι γης όπου μπροστά στον δρόμο έκτισε το σπίτι μας και το εργαστήρι του, το κουζαρκόν του, και πίσω έφτιαξε ένα περιβόλι. Τον χειμώνα ασχολείτο με τα εσπεριδοειδή και το καλοκαίρι με την αγγειοπλαστική. Το χειμώνα λόγω του κρύου δεν στέγνωναν τα αντικείμενα, ούτε και δούλευαν καλά οι φούρνοι. Έτσι η παραγωγή αγγείων διεξαγόταν μόνο το καλοκαίρι».

Δεν υπήρχε υδατοπρομήθεια

Όπως μας εξηγεί ο Βαλεντίνος για να αντιληφθούμε το πόσο σημαντικό ήταν το επάγγελμα του κεραμίστα εκείνη την εποχή, στις πόλεις και τα χωριά της Κύπρου δεν υπήρχαν δίκτυα ύδρευσης. Γι’ αυτό «το νεροφόρο αγγείο ήταν βασικό σκεύος στα κυπριακά νοικοκυριά. Δεν υπήρχε άλλος τρόπος μεταφοράς του νερού από την κεντρική βρύση του χωριού στα σπίτια».

Πέραν των αγγείων για το νερό, απαραίτητα για την κουζίνα ήταν και άλλα είδη αγγείων, όπως η κούμνα των χαλλουμιών, η κούζα για το λάδι, τα πιθάρια για το κρασί, οι κούζοι του αλακαθκιού… Αυτά φτιάχνονταν σε άλλες περιοχές της Κύπρου όπως στον Κόρνο, στο Φοινί, στον Άγιο Δημήτριο. Οι Βαρωσιώτες έφτιαχναν τα μικρότερα σε μέγεθος αγγεία των οποίων ο ρόλος ήταν η μεταφορά νερού.

Εμπόριο στα παναΐρκα

Οι πωλήσεις γινόταν στα πανηγύρια και στα μαγαζιά της παλιάς πόλης. Μεγάλες όμως ήταν και οι ποσότητες που εξάγονταν. «Φτάσαμε και την περίοδο των αυτοκινήτων, αλλά συνήθως η μεταφορά των αγγείων από πόλη σε πόλη, από πανήγυρη σε πανήγυρη γινόταν με τα κάρα. Εγώ πήγαινα στα πανηγύρια για να βοηθήσω τον πατέρα μου. Οδηγούσαμε επίσης τα κάρα φορτωμένα στο λιμάνι όπου τα καράβια θα μετέφεραν τις κούζες στη Συρία, στην Παλαιστίνη, στο Σουέζ. Τα κυπριακά αγγεία τα προτιμούσαν γιατί διατηρούσαν κρύο το νερό. Ήταν πορώδες ο πηλός εκ φύσεώς του και στην απουσία των ψυγείων ήταν ο ιδανικός τρόπος ψύξης. Γι’ αυτό πολλές χώρες προτιμούσαν τα κυπριακά αντικείμενα, κάτι που ίσχυε από την αρχαιότητα. Έφτασα την περίοδο που το επάγγελμα ήταν πολύ περιζήτητο, αλλά και την περίοδο που άρχισε να παίρνει την κατιούσα όταν πλέον το δίκτυο της υδατοπρομήθειας άρχισε να φτάνει στα σπίτια μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο».

Εργαστήρι κατασκευής πιθαριών και αγγείων στις αρχές του 20ού αιώνα. Οι φωτογραφίες είναι παρμένες από το βιβλίο «Βαλεντίνος Χαραλάμπους, Από πηλό, από γυαλί, από φωτιά, στοργή κι αγάπη». Μια έκδοση του Πολιτιστικού Ιδρύματος της Τράπεζας Κύπρου την οποία υπογράφει η Μαρίνα Σχίζα.

Η δεκαετία του ’40: Η μικρή και νωχελική πόλη και οι μεγάλο δάσκαλοι

«Το 1940 δηλαδή στα γυμνασιακά μου χρόνια, που ήταν μέχρι το 1944, το Βαρώσι ήταν μια μικρή, νωχελική πόλη των δύο δρόμων. Ένας κύριος δρόμος και ένας κάθετος που οδηγούσε στη θάλασσα όπου υπήρχαν μόνο μικρές, εξοχικές οικίες. Ο κόσμος κυκλοφορούσε με ποδήλατα. Αυτό που τόνωνε κάπως τις ζωές μας ήταν κάποιες περιστασιακές εκδηλώσεις που γίνονταν από καιρού εις καιρόν. Τα ανθεστήρια, το φεστιβάλ του πορτοκαλιού, τα τσάγια που διοργάνωνε το Λύκειο Ελληνίδων Αμμοχώστου της μακαριστής Μαρίας Ιωάννου όπου πηγαίναμε για να ακούσουμε κάποια διάλεξη, κάποια απαγγελία ποίησης, λίγη μουσική, μια έκθεση εάν υπήρχε».

Η δημοτική πινακοθήκη

Μέσα από τη μνήμη του ψηλαφίζει, παρά τη μικροαστική ατμόσφαιρα, μια τάση για ανάπτυξη πολιτισμού στην Αμμόχωστο. «Εκείνη την εποχή δημιουργήθηκε στο Βαρώσι ίσως και η πρώτη πινακοθήκη στην Κύπρο. Ψυχή της ο Γιώργος Φιλίππου Πιερίδης ο λογοτέχνης. Είχε μια μικρή συλλογή, καλά-καλά δεν θυμάμαι τι έργα. Φιλοξενούσε μεταξύ άλλων και την αλληλογραφία του σημαντικού Κύπριου πεζογράφου του μεσοπολέμου Νικόλαου Νικολαΐδη, που είχε ζήσει και πεθάνει στο Κάιρο, με γνωστούς λογοτέχνες της Ελλάδας. Την είχε διασώσει στην Αίγυπτο και την είχε δωρίσει ο Στρατής Τσίρκας, ο πεζογράφος, στον Πιερίδη και την είχε φυλαγμένη στην πινακοθήκη. Κάπου έχω τον κατάλογο αυτής της επιστολογραφίας, η οποία υποθέτω θα χάθηκε. Δεν φαντάζομαι οι κατοχικές δυνάμεις να άφησαν άθικτη τη συλλογή των έργων και το περιεχόμενο της πινακοθήκης»…

Κάνθος και Κρανιδιώτης

Ο Βαλεντίνος Χαραλάμπους δηλώνει πολύ τυχερός άνθρωπος που ευτύχησε να έχει δασκάλους τον ζωγράφο Τηλέμαχο Κάνθο και τον ποιητή και συγγραφέα Νίκο Κρανιδιώτη.

«Ο Κάνθος τότε περνούσε μια περίοδο ανεργίας. Είχε τελειώσει τις σπουδές του στην Αθήνα με επαίνους και εδώ, στη νήσο των Αγίων, δεν έβρισκε δουλειά. Ξαφνικά του δόθηκε μια θέση μερικής απασχόλησης και δίδασκε τέχνη στο Βαρώσι. Ήμασταν οι πρώτοι μαθητές του και δεθήκαμε πιο πολύ ως φίλοι παρά σαν μαθητές. Μαζί και ο Νίκος Κρανιδιώτης, που μας είχε σαν παιδιά του. Και οι δύο με τρομερά καινοτόμες ιδέες για την εκπαίδευση και πολλή αγάπη για τους μαθητές τους. Είχαμε τη μεγάλη τύχη των δύο αυτών ανθρώπων. Θυμάμαι τον φιλελευθερισμό που προσπαθούσε να μας εμπεδώσει σαν τρόπο σκέψης ο Νίκος Κρανιδιώτης. Η ελευθερία της γνώμης ήταν για κείνον μια από τις απόλυτες αξίες. Ο Κάνθος ήταν θεωρώ ο καλύτερος ζωγράφος της γενιάς του, ένας άνθρωπος από τον οποίο ποτέ δεν άκουγες ποτέ κακό λόγο».

Οι Εγγλέζοι αχθοφόροι

Το 1948 ο 19χρονος Βαλεντίνος με την παρότρυνση και του πατέρα του φεύγει για σπουδές στο Λονδίνο. Οι γονείς του δεν ήθελαν να ακούσουν για την κεραμική ως τρόπο βιοπορισμού του γιατί γνώριζαν καλά τις σκληρές συνθήκες της εργασίας αυτής. «Εμένα με ενδιέφερε η κεραμική, αλλά για να πείσω τους γονείς μου επέλεξα να σπουδάσω διακόσμηση στην κεραμική, τονίζοντας τη διακόσμηση -μακριά από τα ‘πηλά’».

«Θα σας αφηγηθώ ένα περιστατικό το οποίο μου εντυπώθηκε στη μνήμη. Όταν κατεβαίνω από το πλοίο στο Λίβερπουλ έρχονται Εγγλέζοι αχθοφόροι για να μου μεταφέρουν τις αποσκευές. Αν είναι δυνατόν για έναν άνθρωπο που έζησε κάτω από αγγλική διοίκηση στην Κύπρο! Δεν μπορούσα καν να διανοηθώ ότι υπάρχουν Εγγλέζοι αχθοφόροι που να σε αποκαλούν και sir! Δηλαδή εκεί που ο Εγγλέζος στην Κύπρο ήταν η εξουσία και ήταν απρόσιτος, να έρχεται να σε εξυπηρετήσει. Αυτό μου έκανε μεγάλη εντύπωση και το είχα συζητήσει με τους καθηγητές μου στην Αγγλία. Μετά κατάλαβα πως εγώ προερχόμουν από άλλον κόσμο και εκεί που πήγα υπήρχε μια άλλη δομή της κοινωνίας που μπορούσε να έχει και αχθοφόρους Εγγλέζους».

Στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο

Το περιβόλι του πατέρα του «άγγιζε» σχεδόν τον προμαχώνα Μαρτινέγκο. Ήταν τόσο κοντά στην παλιά πόλη, πλησίον του λιμανιού της Αμμοχώστου, του μεγάλου λιμανιού της Κύπρου εκείνη την εποχή, το οποίο ήταν ο στόχος των βομβαρδισμών των Ιταλών κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Θυμάται:

«Ήμασταν αναγκασμένοι να σκάβουμε για να έχουμε καταφύγια στα οποία μπαίναμε μόλις ακούγαμε τις σειρήνες. Οι βομβαρδισμοί δεν ήταν μεγάλης έκτασης, αλλά γίνονταν κάθε 2-3 μέρες. Αν τύχει και βγείτε στον Μαρτινέγκο, υπάρχουν, είχα δει τελευταίως ότι δεν έχουν καταστραφεί, κάποιες μικρές εγκαταστάσεις πολυβολείων. Εκεί ήταν τα αγγλικά αντιαερποπορικά πολυβολεία που υπερασπίζονταν το λιμάνι».

Η δεκαετία του ’50: Το γιαούρτι του Χασάν και ο Χότζας

Έφυγε από την Κύπρο το ’48 σαν μαθητάκος του Γυμνασίου Αμμοχώστου και επέστρεψε το ’52 σαν καλλιτέχνης πια, αγγειοπλάστης, άλλου επίπεδου. Δούλευαν μαζί με τον πατέρα του στον ίδιο χώρο. Ο μεν πατέρας την παραδοσιακή αγγειοπλαστική και ο Βαλεντίνος την πιο μοντέρνα μέσα στον ίδιο χώρο.

Στην παλιά πόλη

Θυμάται πως ανέκαθεν οι σχέσεις των Ε/Κ με τους Τ/Κ ήταν πολύ φιλικές. «Το χωράφι όπου κτίσαμε το σπίτι και το κουζαρκόν μας ανήκε στον Χότζα. Όταν περνούσε ο Χότζας για να πάει στο σπίτι του, ερχόταν στο κουζαρκόν να πιει τον καφέ του με τον μαστρε-Χρίστο, τον πατέρα μου. Κι η χότζαινα τα πήγαινε καλά με τη μάνα μου. Ο πατέρας μου είχε συνεργασία με όλους τους Τ/Κ που είχαν τα καταστήματα στην εντός των τειχών πόλη. Ένας από τους βοηθούς του ήταν ο Ετζεβίτ. Τον θυμάμαι έτσι αμυδρά. Ο Μπουλάτ ήταν ο αγοραστής στην παλιά Αμμόχωστο, ο Χασάν αυτός που μας έφερνε γιαούρτι με το αμαξούδι. Το καλύτερο γιαούρτι στο Βαρώσι ήταν του Χασάν. Το μισό Βαρώσι, η νέα πόλη εννοώ, τις νύχτες και μιλώ για τη ζωή μου μετά την επιστροφή μου από την Αγγλία μετά το 1952, πηγαίναμε στην Αμμόχωστο για να αλλάξουμε λίγο ατμόσφαιρα. Τρώγαμε λουκουμάδες, στου Χασάνη, που ήταν ο καλύτερος λοκματζής του Βαρωσιού. Υπήρχαν καλές σχέσεις. Καμία εχθρότητα. Καμία απολύτως».

Η μνήμη ωραιοποιεί

Και μια παρένθεση στην αφήγηση του Βαλεντίνου Χαραλάμπους, μια σκέψη που έρχεται να διακόψει την ιστορία του αλλά έχει κι αυτή τη σημασία της στην αφήγηση: «Βλέποντάς τα εκ των υστέρων τα βρίσκω όλα πάρα πολύ όμορφα. Η μνήμη ωραιοποιεί τα πάντα. Ξεχνάω τώρα ότι ένα ζευγάρι παπούτσια είχα και εκείνα τα πηγαίναμε στον τσαγκάρη για να τους βάλει μισοσόλες. Όμως τότε το να έχεις ένα ζευγάρι παπούτσια δεν ήταν και δυστυχία. Όλοι ήμασταν μέσα στο ίδιο λούκι. Πέρασα τις 3-4 τάξεις του γυμνασίου δίχως ηλεκτροδότηση. Διαβάζαμε με τη λάμπα. Δεν μας ενοχλούσε. Δεν μας έκαναν δυστυχισμένους οι ελλείψεις αυτές γιατί αφορούσαν τους πάντες και γιατί αυτά ξέραμε».

Ο μουντός Σεφέρης

«Ο Γιώργος Σεφέρης ήταν πολύ στενός φίλος του Ευάγγελου Λοΐζου. Ο Ευάγγελος ήταν ένας πολύ καλλιεργημένος Βαρωσιώτης, ο οποίος είχε διασυνδέσεις στην Ελλάδα. Εκείνη την εποχή (σ.σ. πρέπει να ήταν το 1953) φιλοξενούσε στο σπίτι του τον Σεφέρη μαζί με τη γυναίκα του και ήταν αυτός που τον ξενάγησε σε όλη την Κύπρο για πολλές μέρες. Καθ’ οδόν προς τη Σαλαμίνα, λοιπόν, σταμάτησαν στο εργαστήρι μας για να δει ο Σεφέρης την παραδοσιακή τέχνη του κουζάρη. Τότε ακόμα χρησιμοποιούσε το επώνυμο Σεφεριάδης. Τον θυμάμαι λίγο μουντό και λίγο απρόσωπο, ενώ με τη στάση του σε κρατούσε σε κάποια απόσταση. Με εμένα συνέβη το εξής που ήταν μια σύμπτωση για να ανοίξει ο διάλογος. Και ποιος διάλογος, ενός 22χρονου τότε με έναν μεγάλο άντρα… Βεβαίως τότε δεν ήταν ακόμα τόσο ‘μεγάλος’ ο Σεφέρης. Μου τον είχε συστήσει ο Ευάγγελος ως τον πρέσβη της Ελλάδας στη Βηρυτό. Εγώ εργαζόμουν στον τροχό όταν μπήκαν μέσα και γνώρισα τον Σεφέρη, τη γυναίκα του. Απάντησα στις λίγες ερωτήσεις της γυναίκας του. Ο Σεφέρης αμίλητος. Σύμπτωση είχα δύο ποιητικές συλλογές του Έλιοτ και του W.H. Auden σε ένα ράφι του εργαστηρίου και έπεσε το μάτι του Σεφέρη πάνω στις ποιητικές συλλογές. Και μου λέει: να σας ρωτήσω κ. Χαραλάμπους; Διαβάζετε ποίηση. Ναι, του λέω. Αυτά τα βιβλία τα διαβάζετε εσείς; Ναι. Μπορείτε να μου απαγγείλετε κάτι από τον Auden; Και εγώ ήξερα την ποίησή του πολύ καλά και του απάγγειλα ένα ποίημα. Και μου λέει: γιατί διακατέχεστε με τόσο πεσιμισμό σε τέτοια ηλικία; Και του λέω, δεν είναι ότι κατέχομαι από πεσιμισμό αλλά το ποίημα με έχει εντυπωσιάσει. Και ήταν εκεί που μας ανοίχθηκε και τραβήχτηκαν και οι φωτογραφίες του στο εργαστήρι μας. Η παράκλησή του ήταν να πάρω όλα τα αντικείμενα έξω από το εργαστήρι να τα φωτογραφίσει και να καταχωρίσει τα ονόματά τους. Τον ενδιέφεραν πάρα πολύ οι ονομασίες. Σαψάτζι, κούζα μεζοξόπορτη… λέξεις τις οποίες ούτε εμείς δεν ξέρουμε σήμερα. Τον εντυπωσίασαν».

Η ξέφρενη ανάπτυξη

Ο Βαλεντίνος για μία πενταετία μετά τις σπουδές του έμεινε με πολλή δυσκολία και πίεση από τους γονείς του στην Αμμόχωστο. Έβαλε πολύ νερό στο κρασί του. Τότε κυρίως πωλούσε σουβενίρ κεραμικά, δικά του δημιουργήματα, στους Άγγλους στρατιωτικούς. Έφυγε για τη Βαγδάτη το 1957 ανταποκρινόμενος στην πρόταση να ιδρύσει το τμήμα κεραμικής του Πανεπιστημίου της Βαγδάτης. Ήταν μια πρόταση που ήρθε σαν από μηχανής Θεός γιατί πια τα πράγματα άρχισαν να φθίνουν με την κεραμική. «Είχε τότε ήδη αρχίσει να αλλάζει η εικόνα του Βαρωσιού που ξέραμε. Ξεκίνησε ένας ρυθμός ανάπτυξης, ξέφρενος και ανεξέλεγκτος. Το νέο Βαρώσι κτίστηκε με μία ταχύτητα που δεν προλαβαίναμε να αφομοιώσουμε τις νέες εικόνες. Εγώ επειδή ερχόμουν τα καλοκαίρια από τη Βαγδάτη, εννέα μήνες περνούσα στο Ιράκ, έβλεπα τρομακτικές αλλαγές, κυρίως στο παραλιακό μέτωπο».

Η αλλοίωση της Λεμεσού

Στη Βαγδάτη έζησε 28 χρόνια κι όταν επέστρεψε το 1985 δεν μπορούσε να συνεχίσει να ζει στην Αμμόχωστο. Επέλεξε τη Λεμεσό γιατί εκεί ζούσε η μητέρα του και η οικογένειά του. «Η Λεμεσός τότε ήταν ως η Λεμεσός των καλών προθέσεων και του κεφιού. Τώρα ο νέος Λεμεσιανός προσποιείται, για να δώσει την εντύπωση του παλιού κεφιού. Αλλά κάπου υπάρχει κάτι ψεύτικο. Η εικόνα της πόλης δεν ήταν πολύ εντυπωσιακή ούτε τότε. Αλλά αλλοιώνεται στο χειρότερο. Αυτό το άππωμα που υπάρχει για νέες κατοικίες, να κτίζεις σπίτια τα οποία θέλεις και πέντε οικιακούς βοηθούς να τα συντηρείς. Υπάρχει μια υπεροψία που δεν θα έπρεπε».

Ένας καλλιτέχνης, του λέμε θέλει να βλέπει ομορφιά γύρω του. Ίσως και συμμετρία. Η εικόνα της Λεμεσού με τους πύργους πώς τον κάνει να αισθάνεται;

«Οι πύργοι αλλοιώνουν της εικόνας της Λεμεσού που την κάνουν να πάει να μοιάσει με μια πόλη του Κόλπου. Πάει να γίνει ένα νέο Ντουμπάι, και προκαλεί τη χειρότερη εντύπωση. Αν ποτέ γεμίσουν οι πύργοι γιατί θα αγοραστούν αλλά δεν θα γεμίσουν, είναι για άλλους σκοπούς που αγοράζονται, διότι πουλούν διαβατήρια με παραμονή στην Κύπρο. Καλά κύριε, πουλούμε την Κύπρο στους ξένους. Ένας Κύπριος που θέλει να κάνει οικογένεια και να ενοικιάσει ένα σπίτι δεν βρίσκει ούτε ένα δωμάτιο να ενοικιάσει. Καλά πού πάμε; Πού θα πάει τούτος ο νέος κόσμος; Πώς προστατεύεις το μέλλον των νέων παιδιών που μπαίνουν στην κοινωνία και θέλουν να δημιουργήσουν τη ζωή τους, την οικογένειά τους».

Το ευτράπελο με τον Μακάριο

«Όταν κάποτε επισκέφτηκα την Αρχιεπισκοπή είχα υπογράψει το βιβλίο επισκεπτών και αμέσως με είχε καλέσει να με γνωρίσει. Ήτανε πριν την Ανεξαρτησία. Μετά όταν είχα την πρώτη μου έκθεση στο διδασκαλικό μέγαρο, ήταν το 1966, επισκέφτηκε την έκθεση και ο Μακάριος. Θυμάμαι μόνο το εξής: Όταν κατέβηκα να τον υποδεχτώ ήταν την ώρα που έβγαινε από το αυτοκίνητο και του φίλησα το χέρι. Υπάρχει και μια φωτογραφία που του φιλώ του χέρι αλλά δεν ξέρω τώρα πού είναι. Και μου λέει, ‘όχι να με δακκάσεις’. Ήταν τυπικό του Μακαρίου αυτό. Καλαμπούρισε το τυπικό»…

Προβολή ή ενταφιασμός

Ήταν την ίδια εποχή στην ίδια έκθεση, την οποία επισκέφτηκαν πολλοί αξιωματούχοι, που του είχε προταθεί από τον τότε υπουργό Οικονομικών Ρένο Σολωμίδη ο οποίος είχε επισκεφτεί την έκθεση να του αναθέσει μεταξύ σοβαρού και αστείου το γλυπτό στο αεροδρόμιο Λευκωσίας με τίτλο «Γέννηση και Αναγέννηση». «Μου λέει: έχουμε έναν τοίχο στο αεροδρόμιο, όπου θα είναι η προβολή σου ή ο ενταφιασμός σου. Δέχεσαι; Δέχομαι την προβολή του λέω, όχι τον ενταφιασμό, αλλά εξαρτάται τι προτείνετε. Συμφωνήθηκε έτσι το θέμα και τους είπα να μην ζητηθούν σχέδια. Να μην υπάρχει πρόνοια παρέμβασης και απόψεων. Διότι ήξερα πως οι απόψεις ενός λειτουργού του Υπουργείου Οικονομικών δεν θα ήταν σύμφωνες με τη δική μου δουλειά. Έφερα το έργο τεμαχισμένο και το συναρμολόγησα στο Βαρώσι. Το 1974 έπαθε ζημιά λόγω των βομβαρδισμών και βρέθηκε η τελική επιλογή να πάει στο αεροδρόμιο της Λάρνακας. Ήταν κι αυτό μια συγκυρία γνωριμιών και καταστάσεων. Η Ερατώ Κοζάκου-Μαρκουλλή την οποία εκτιμώ πολύ και τη γυναίκα δεν την ήξερα καν, ήταν αυτή που μαζί με τον Ανδρέα Μαυρογιάννη θυμούνταν το έργο και πρότειναν τη μεταφορά του στο συνεδριακό κέντρο όταν θα εκπροσωπούσαμε μια διάσκεψη των Αδεσμεύτων. Και απ’ εκεί το 2014 πήγε στο αεροδρόμιο Λάρνακας. Εγώ ξαναείδα το έργο όταν ήμουν στα 80 μου. Και μου ήρθε στο μυαλό ο νέος Βαλεντίνος όταν ήταν σκαρφαλωμένος πάνω σε σκαλωσιές, διότι το έργο ήταν στο πάτωμα και το στήναμε σιγά-σιγά, να αιωρούμαι πάνω στις σκαλωσιές και να δουλεύω… Ήταν ωραίο συναίσθημα. Μεγαλώνοντας ξεχνάς το τι ήσουν, τι πόνους είχες στα κόκαλα, στα χέρια για να στηθεί και το βλέπεις με νέα μάτια».

Μηδέν άγαν

Τον ρωτάμε για το μυστικό της ζωής και γελά. «Μακάρι να το ‘ξερα. Μακάρι να το ‘ξερα. Εγώ καλή ζωή δεν είχα ποτέ μου. Έχασα το Βαρώσι, μετά έχασα τη Βαγδάτη. Αν υπάρχει μυστικό για μένα είναι η συνέπεια στον εαυτό σου. Να υπηρετήσεις εκείνο το οποίο είναι καταχωρημένο σε σένα να υπηρετήσεις και να είσαι πιστός. Κι όπως βλέπετε τώρα που είστε εδώ, έχω μειώσει όλες τις απαιτήσεις της ζωής για να μπορώ να δουλεύω άνετα και να μπορώ να κάνω ό,τι θέλω. Εκτός από αυτό το καθιστικό και ένα υπνοδωμάτιο, δεν έχω σπίτι. Και το ενοικιάζω. Δεν έχω κτήματα που να έχουν τις απαιτήσεις τους. Η απλοποίηση του μηδέν άγαν των Λακεδαιμονίων είναι εδώ. Όχι πολλά πράγματα. Λίγα. Να ζω τη ζωή μου άνετα και ωραία και αυτό ίσως να είναι η απάντηση στο μυστικό».

Πηγή